Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΜΑΜΑ: ΑΜΑ ΔΕΝ ΣΕ ΠΙΑΝΕΙ ΤΟ ΜΑΤΙ...


Πάω για φαγητό στη μάνα μου σήμερα. Διάλογος:
- Και τι έκανες σήμερα mom?
- Άστα αγόρι μου πήγα στην τράπεζα σήμερα κι έκανα δυό ώρες
- Α ναι? Γιατί είχε κόσμο?
- Ε είχε και κόσμο αλλά κόλλησα και στην πόρτα την ηλεκτρονική 3-4 φορές.
- Γιατί ρε mom? Ήταν χαλασμένη?
- Όχι παιδάκι μου, απλά επειδή είμαι κοντή, δεν μ έπιανε το ματάκι. Κι ήρθανε τέσσερις φορές και με βγάλανε από μέσα..:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ:Ρ (έλιωσα στο γέλιο πάλι)


Είδατε πάντως? Μερικές φορές είναι κακό να μην σε πιάνει το μάτι....:Ρ:Ρ:Ρ


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

ΟΛΑ ΟΣΑ ΘΑ ΘΕΛΕΣ ΝΑ ΠΕΙΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Και εντάξει. Τα χουμε ξαναπεί με το τέλος του κόσμου. Υποθετικά μας απέμειναν 3 μέρες. Κλαψ. Ίσως αυτό το κείμενο να είναι και το τελευταίο πράγμα που γράφω. Αλλά ας μην αρχίσω με τα κλαψομούνικα. Θα τα κρατήσω για το τέλος. Όχι του κόσμου. Του κειμένου...

Που λέτε μετά την αποκάλυψη που προέβλεψαν οι φίλοι μας οι Μάγιας  που δεν ξέρω τι έπιναν αλλά θα ταν καλό πράμα, αυτό το κειμενάκι θα χαθεί στο υπερπέραν. Ίσως κάποτε, κάποια άλλη φυλή των Αliens, να βρει το ψηφιακό αποτύπωμα του blog μου μετά από 200.000 χρόνια και να προσπαθήσει να μεταφράσει στα εξωγήινα αυτή την αρχαία μπάσκλάς γλώσσα που χρησιμοποιώ.
Φαντάζεστε πλάκα πάντως. Ο εκάστοτε Ε.Τ., να πιάσει να αναλύει, μία μία τις ιστορίες μου. Κάψιμο. Θα βγάλει το συμπέρασμα ότι το ανθρώπινο γένος θα ταν εντελώς ΓΤΠ. Αλλά ας μην γίνω αγενής. Να του απευθύνω έναν χαιρετισμό μιας και θα διαβάσει κι αυτό. So my friend..



Ας επανέλθω όμως στην τάξη. Θα θελα να ρωτήσω εσάς αγαπητοί μου αναγνώσται. 

Αν σας έμεναν 3 μέρες υπόλοιπο μέχρι να ρθει ο Αρμαγεδών, ποια θα ταν τα πράγματα που θα θέλατε να πείτε ή να κάνετε πριν τα τινάξουμε παρέα?

Δεν μιλάτε. Ε πως να μιλήσετε, αφού δεν το χω δημοσιεύσει το κείμενο ακόμα. Πρέπει να κάνω εγώ την αρχή μάλλον. Και θα την κάνω. Θα ερωτήσω ρητορικά τον εαυτό μου. 
- Αν σου μέναν λίγες μέρες λοιπόν καλέ μου φίλε Lab, ποια είναι αυτά τα πράγματα που θα θελες να κάνεις?



Χμ. Θέλει σκέψη το πράγμα. Νιώθω σαν μελλοθάνατος που με ρωτάνε για το τελευταίο του γεύμα. Χμ. Λοιπόν θα θελα μια πιατέλα ντολμαδάκια (όχι γιαλαντζι και μαλακίες) με γιαούρτι πρόβειο με πέτσα. 
Ω ρε πούστη μου πείνασα. Μισό πάω κουζίνα. 



Ήρθα. Ας σοβαρευτώ. Λοιπόν μια που το γραψα θα πω το πρώτο που μου 'ρθε στο μυαλό. Έτσι αυτόματα. Το πρώτο που μου ρχεται λοιπόν είναι να μην κάνω τίποτα. Ναι γιατί έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ξέρεις, πότε θα σου ρθει ο ουρανός σφοντύλι. Άρα ποιά η διαφορά? Επειδή τώρα γνωρίζω την ακριβή ημερομηνία? Θα αλλάξω τη συμπεριφορά μου και τις συνήθειες μου? Μπα. Πολύ υποκριτικό δεν θα ναι? Είναι όπως μετανοούν οι ετοιμοθάνατοι επειδή ξέρουν ότι έρχεται ο κυρ Χάρος να τους πάει άτα προς κόλαση. Πολύ συμφεροντολογικό ε?



Αν το σκεφτώ λοιπόν φιλοσοφικά δεν τρέχει τίποτα. Μπορεί να πήγαινα και στην δουλειά την τελευταία μέρα. Αν είχα δουλειά βέβαια..:Ρ
Αλλά για τη χαρά του κειμένου κι έστω ότι θα με πιάσει μια καούρα να κάνω κάτι που δεν έχω κάνει μέχρι τώρα, θα σας πω. (Άιντε μας γκάστρωσες)

Νομίζω λοιπόν  ότι τα περισσότερα πράγματα που θα ήθελα να κάνω, θα χαν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις. Με όλους όσους γνώρισα και μίλησα πάνω σ αυτόν τον μάταιο τούτο κόσμο που έτυχε να βρεθώ. Θα θελα λοιπόν να περάσω μπροστά απ όλους όσους ξέρω και να τους κοιτάξω στα μάτια. Έναν προς έναν. Και θ άρχιζα από αυτούς που θα θελα να τα χώσω. 

Θα τους έλεγα λοιπόν...

- Ξέρεις κάτι? Νομίζω ότι δεν αξίζεις μία. Χειραγωγείς κι εκμεταλλεύεσαι ανθρώπους για το συμφέρον σου. Θα θελα να σε αρχίσω στις κλωτσιές.

- Ξέρεις κάτι? Είσαι παρτάκι μεγάλο. Κοιτάς τον κόσμο αφ υψηλού και νομίζεις ότι όλα γυρνάνε γύρω σου. Θέλω να σου πω ένα μεγάλο άντε και γαμήσου.

- Ξέρεις κάτι? Μην νομίζεις ότι είμαι χαζός. Ξέρω πολύ καλά τι θες να κάνεις, άλλο που κάνω το μαλάκα. Θα 'ρθει κι εσένα η ώρα σου. 

Μετά θα συνέχιζα πιο ήπια.... 

- Ξέρεις κάτι? Ήθελα να με βοηθήσεις κάποτε, αλλά δεν στο ζήτησα γιατί δεν ήθελα να νομίζεις ότι πήγα να σε εκμεταλλευτώ.

- Ξέρεις κάτι? Μερικά πράγματα που κάνεις με ενοχλούν. Αλλά δεν σου πα τίποτα γιατί δεν ήθελα να τσακωθούμε.

- Ξέρεις κάτι? Δεν έχω καταλάβει γιατί χάθηκες. Θα θελα να μου πεις τι συνέβη κι αν φταίω εγώ να μπορέσω να το διορθώσω.

Και στο τέλος...

- Ξέρεις κάτι? Είχα λυπηθεί πολύ τότε που σου χε συμβεί αυτό. Δεν ήρθα να σου συμπαρασταθώ. Με συγχωρείς.

- Ξέρεις κάτι? Ήξερα κάποια πράγματα που σε αφορούσαν και δεν στα είπα ποτέ. Ήμουν σε δύσκολη θέση. Συγνώμη.

- Ξέρεις κάτι? Ήθελα να σε γνωρίσω καλύτερα αλλά δεν το αποφάσισα ποτέ μου. Πάντα δεν είχα αρκετό χρόνο. Με συγχωρείς γι αυτό.

-  Ξέρεις κάτι? Νομίζω ότι σε αδίκησα. Σκέφτηκα κάποιες φορές για σένα κάποια πράγματα που τελικά δεν ίσχυαν. Με συγχωρείς.

- Ξέρεις κάτι? Πέρασα πολύ όμορφες στιγμές μαζί σου. Με συγχωρείς που δεν σου έδειξα ποτέ αρκετά πράγματα ώστε να το καταλάβεις.

-  Ξέρεις κάτι?  Χάρηκα που σε γνώρισα και ήρθες στην ζωή μου. Αυτό που μ αρέσει σε σένα είναι ότι σε νιώθω δίπλα μου σε κάθε ανάγκη μου. Σ ευχαριστώ.

- Ξέρεις κάτι? Κάποτε σε είχα ερωτευτεί. Δεν τόλμησα όμως να στο πω.

- Ξέρεις κάτι? Σ αγαπάω. Δεν στο πα ποτέ.



Αυτά είναι μερικά, από αυτά που θα θελα να πω εγώ. Και θα με ρωτήσετε εδώ. Και γιατί δεν τα λες? 
Για τους ίδιους ακριβώς λόγους που δεν λέτε κι εσείς τα δικά σας. Για το ότι πιστεύουμε ότι πάντα θα έχουμε τον χρόνο να τα πούμε. Και περιμένουμε την κατάλληλη στιγμή. Και η στιγμή αυτή τελικά ποτέ δεν είναι η κατάλληλη. Και αφήνουμε το χρόνο να κυλά και να ποτίζει το σώμα μας με αδυναμίες. Και αφήνουμε να υπερισχύουν μέσα μας, η ντροπή, το συμφέρον, η αδιαφορία, ο χρόνος, η δειλία κι ο καθωσπρεπισμός. Και περιμένουμε. Κι όλο περιμένουμε. Και τελικά δεν λέμε τίποτα... 



Όμως υπάρχουν και κάποιοι που τα λένε. Αυτούς πραγματικά τους παραδέχομαι. Αλλά δυστυχώς δεν είμαστε όλοι έτσι. Μερικοί αρκούμαστε σε κάποια λίγα που τολμήσαμε να πούμε. Αλλά ποτέ δεν είναι όλα. Και ποτέ δεν θα είναι. Αλλά δεν χρειάζεται να περιμένουμε το τέλος του κόσμου για να αρχίσουμε. Κι αν σου είναι πιο εύκολο να πεις ένα ''Άντε γαμήσου'' σε κάποιους, καλύτερα άστο να το πεις τελευταίο. Ξεκίνησε πρώτα με το ''Ευχαριστώ'' και το ''Συγνώμη''. Ίσως μετά να μην έχεις την ανάγκη να πεις τίποτε άλλο...

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

ΠΟΝΤΙΚΟΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΣ

Πριν κάτι μέρες που λέτε, στην βεράντα, παρατήρησα σε μια γωνία κάτι ψιλούς ψιλούς μαύρους κόκκους σε μέγεθος σουσαμιού. Μα τι ειν αυτά αναρωτήθηκα? Σουσάμι αράπικο? Σπόρια? Κομματάκια καουτσούκ από γήπεδο μουντιαλίτο? Τι στο διάολο? Κάνε σέντρα να πηδήξω. Τι να ταν οεο?



Απ το βασανισμένο μου μυαλό πέρασε η υποψία ότι ίσως αυτά τα μαύρα σκατουλάκια, ήταν όντως σκατουλάκια. Αλλά από τι? Κανα πουλάκι? Μπα ρε πούστη μου λέω. Και μετά μουρθε η ιδέα. Μπας ρε κι έσκασε μύτη κάνας πόντιξ? Τα τααααααααν, τα πιάσαμε τα λεφτά μας. Μπλιαχ.  Χωρίς να χάσω χρόνο και με τη σιχαμάρα να διαπερνά ολόκληρο το κορμί μου, ντύθηκα και έτρεξα να αγοράσω παγίδες και τυρί. Μετά από μισάωρο γυρίζω, τρώω λίγο απ το τυρί (ο λιγούρης) να δοκιμάσω το προϊόν και τοποθετώ τις παγίδες με το δόλωμα.




Έπειτα καλώ την ειδική επι των θεμάτων mother να μου πει την άποψή της. Η mother αφού μου έκανε τη γνωστή ανάλυση περι καθαριότητας, μου αποκαλύπτει ότι πριν δυό τρεις μέρες έγινε απολύμανση στην πολυκατοικία και οι πόντικες για να γλιτώσουν την λαίλαπα βρήκαν στοργή και προδέρμ στα διαμερίσματα των άτυχων ενοίκων που δεν ενημερώθηκαν εγκαίρως για την απολύμανση. Ένας από αυτούς ήμουν και εγώ. Γαμώ τον μπελά μου. Ρε παλικάρια, για να διατηρήσουμε δηλαδή καθαρή την αποθήκη, φέραμε τον Μίκυ Μάους σπίτια μας?

Μα τις χίλιες πίπες (άκυρο αυτό το λεγε ο Ποπάυ)



Οι παγίδες λοιπόν ετοποθετήθησαν και το μόνο που απέμενε είναι να περιμένω. Κι έτσι οι μέρες περνούν, τα χρόνια κυλάνε στους ίδιους ρυθμούς. Τσεκ τυριού Δευτέρα. Τίποτα. Τρίτη? Τίποτα. ΤΠΠΣΚ? Τίποτα. Ρε τι έγινε μ αυτό το ποντίκι? Δεν του αρέσει το τυρί? Κεφαλοτύρι Ελλασόνας πήρα γαμάτο. Και φρέσκο. Αφού το δοκίμασα. Αρχίζω και έχω αμφιβολίες. Και τελικώς μετά από επανεξέταση του φαινομένου ανακάλυψα ότι τα πράγματα δεν είχαν έτσι.

Παρατηρώντας από πιο κοντά τις μικρές αυτές σκατούλες ανακάλυψα ότι ήταν απλά, μικρά τεζαρισμένα ζουζούνια. Πω ρε πούστη μου. Πως την πάτησα έτσι και κάθισα και απολύμανα όλο το σπίτι. Με ανακούφιση λοιπόν, προσπερνώντας και αυτόν τον σκόπελο της εργένικης ζωής μου, θυμήθηκα ένα περιστατικό στον στρατό όπου βρέθηκα αντιμέτωπος με ποντίκια. Και όχι απλά ποντίκια. Αγελάδες.




Που λέτε καλοκαίρι στο στρατόπεδον Καρατάσου στη Θεσσαλονίκη και ο Δεκανέας Παναγιώτης έχει υπηρεσία θαλαμοφύλαξ. Θεε μου. Τι βαρεμάρα. Τι άθλια υπηρεσία. Πόσο νιώθεις ότι σε μισεί ο κόσμος που τον ξυπνάς στις 4 τα χαράματα να πάει να φυλάξει σκοπιά. Τους σκουντάς να ξυπνήσουν και φοράς κράνος μη σου ρθει καμιά αρβύλα στο κεφάλι. Βασικά τους λυπόμουν. Σκεφτόμουν διάφορους τρόπους να τους ξυπνάω. Να τους βάζω κανα τραγουδάκι, η να τους χαϊδεύω απαλά στο κεφάλι και να τους ψιθυρίζω στο αυτί καυλωτικά: 
- Έλα μωράκι μου, ήρθε η ώρα να σηκωθείς....:Ρ


Αλλά δεν το τόλμησα γιατί φοβήθηκα μην τυχόν και βλέπει ο φάνταρος κάνα σεξουαλικό όνειρο και είχα μετά πρόβλημα. Ναι παιδιά γιατί αγαμία φούλ. Προτίμησα λοιπόν να φορέσω εγώ το κράνος για προφυλακτικό στο πάνω κεφάλι, παρά να φορέσει ο φαντάρος στο κάτω κεφάλι, προφυλακτικό.

Ε μέχρι όμως να φτάσει εκείνη η ώρα  που το θαλαμοφυλίκι έχει λίγο ένταση  τι κάνεις? Δυό ώρες μες τα μαύρα μεσάνυχτα? Μετράς τα πλακάκια? Παπάρια. Η πουτάνα η ώρα δεν περνά.

Εκείνη τη μέρα λοιπόν της βαρεμάρας καθόμουν στον διάδρομο του λόχου σε μια καρέκλα με ένα τραπεζάκι και κάτι έγραφα. Στο τέλος του διαδρόμου βρισκόταν οι τουαλέτες. Σε μια στιγμή με την άκρη του ματιού πιάνω κίνηση δίπλα στον νιπτήρα. Μπα λέω ιδέα μου. Μετά από λίγο τσουπ, πάλι τα ίδια. Μα ρε γαμώτο τι γίνεται εκεί μέσα. Πάω κοιτάω τίποτα. Α λέω πάει έχω χαζέψει. Ξαναγυρίζω, κάθομαι και όπως συνεχίζω και γράφω, σήκωσα το κεφάλι μου και τότε τον είδα. 




Ήταν ένας γκρί αρούραρος, σα γάτα, που έβγαινε μέσα από την τρύπα της τούρκικης τουαλέτας και κατευθυνόταν προς τον κάδο για να βρει φαγητό. Έχω μείνει παγωτό. Κάνω να πάω κατά κει και ο πόντικας την κάνει με ταχύτητα Γιουσειν Μπόλτ. Ω ρε μαλάκα τι πάθαμε. Πως θα κοιμηθώ τώρα εγώ ξέροντας ότι τριγυρίζουν τέτοια μουλάρια στο θάλαμο. Γάματα με μεγάλα γράμματα μεγάλε.

Και τώρα τι κάνουμε? Μήπως να τον πυροβολούσα? Μπα θα ξυπνήσω τα παιδιά...

Σκέφτομαι να του στήσω παγίδα. Αλλά τι παγίδα να στήσεις? Αυτός μόνο με παγίδα για Ιπποπόταμους πιανόταν και δεν είχα και καμία εύκαιρη. Τι να κάνω λοιπόν. Ακούστε σχέδιο που σκέφτηκα.

Αφού το αρούρι γουστάρει κάδο, δεν του τη χαλάμε. Πάμε αδειάζουμε τον κάδο έξω, τον φέρνουμε μέσα και τον αναποδογυρίζουμε. Τοποθετούμε ένα ξυλάκι κάθετα στη μια γωνία του κάδου και δένουμε στο ξυλάκι ένα σκοινί που καταλήγει σε ένα κομμάτι πίτσα. Έτσι το αρούρι μόλις πάει να τσακώσει το πιτσόνι,  μπουπ θα του ρθει ο κάδος σφοντύλι να τον καπακώσει. Γαμώ ε? Το ξέρω. Διάβαζα  πολλά κόμιξ μικρός.




Και το κάνω. Και πιάνει. Ντανγκ μπουμ κλατντς ακούγεται ένας πανικός απ την τουαλέτα. Τρέχω κι εγώ να δω αν έκανε δουλειά η πίτσα αλλά....Πίτσες μπλέ.
Δεν τον τσάκωσα  το αρούρι γιατί ήταν τόσο μεγάλο που άρπαξε την πίτσα, σήκωσε τον κάδο (!) και την έκανε. Ω ρε μάνγκα. την πατήσαμε. Τι να κάνουμε τώρα. Δεν είχα πεί όμως την τελευταία μου λέξη. Να μπει σε εφαρμογή το πλαν Μπε περικαλώ.

Το πλαν Μπε έλεγε ότι μόλις δω το αρούρι να πάει στον κάδο με κινήσεις κομάντο θα πλησίαζα την τουαλέτα. Εκεί θα έμπαινα μέσα και θα στεκόμουν μπροστά από την πόρτα του WC όπου θα χτυπούσα με τη σκούπα τον κάδο, ο πόντιξ θα τρόμαζε θα προσπαθούσε να φύγει κι εγώ θα τον χτύπαγα με τη σκούπα. Ναι καλά. Ωραίο σενάριο αλλά το Star Trek είχε ήδη παιχτεί.



Γειά σου κι εσένα Σποκ. Το σχέδιο που λέτε ήταν πολύ φιλόδοξο. Μέχρι ένα σημείο πάντως τα πήγε τέλεια αλλά χάλασε στην εκτέλεση με τη σκούπα. Ο πόντικας ήταν τόσο γρήγορος που μου έφυγε κάτω απ τα πόδια πριν να πω κύμινο. Που να προλάβεις τον εκτελέσεις με τη σκούπα? Με τίποτα. Έχω λυσσάξει. Βλέπετε πάντως πόσο δημιουργικά περνούν οι ώρες στον στρατό ε? Τι να κάνεις...

Αφού είδα λοιπόν ότι το σχέδιο πιάνει αλλά κάπου στις λεπτομέρειες χωλαίνει, προσπάθησα να σκεφτώ πως θα βελτιώσω εκείνο το σημείο. Πως θα γινόταν ο αρουραίος πιο αργός για να τον γκντουπώσω. Και ναι ρε παιδιά. Η μανία που είχα με τα κόμιξ από μικρός, απεδείχθησαν εγκυκλοπαίδεια. Δεν ξέρω αν θυμάστε κάτι κινούμενα σχέδια με ένα πουλί που τοκυνηγούσε τo Κογιότ? Τον Road Runner. Ναι αυτό. Του την έπεφτε το Κογιότ λοιπόν και ο Road Runner ξεκινούσε να τρέχει και τα πόδια του βρισκόταν στο ίδιο σημείο για 5-6 δευτερόλεπτα πριν κάνει την εκκίνηση. Σφαίρα το πουλί. Έπαιρνε τον πούλο που λέμε..



Καταλάβατε ε? Είπα λοιπόν να το εφαρμόσω στην προκειμένη περίπτωση. Ο πόντικας έπρεπε να επιβραδύνει. Λύσις μια και μοναδική. Σκέφτομαι λοιπόν αφού λάδια δεν είχα, να αμολήσω νερά παντού στην τουαλέτα ευελπιστώντας ο πόντιξ μόλις ξεκινήσει το σπριντ για πούλο, να γλιστρήσει στα νερά κι εκεί που μένει να κάνει επιτόπιο τρέξιμο να φάει βολ πλάνε από το πάλαι ποτέ σέντερ φόρ της Δάφνης Παλαιού Φαλήρου.

Και ω ναι. Ο Μαγκάιβερ επιβεβαιώνεται ακόμα μια φόρα. Το σχέδιο εκτελέστηκε με ακρίβεια χιλιοστού και ο πρώτος πόντικας έπεσε στην παγίδα. Με το που ακούει τη φασαρία απ τον κάδο κάνει να ξεκινήσει την κούρσα προς τη χέστρα. Μικρέ μου Ρατατούι. Την πάτησες. Το γλιστερό πάτωμα αφήνει το συμπαθές τρωκτικό να παλεύει με το πλακάκι και μου δίνει το περιθώριο να κεντράρω. Και γκντούββββ. Τρώει το σουτ από άρβυλο στρατού νο 43 και απογειώνεται προς τον απέναντι τοίχο όπου έγινε χαλκομανία.




Η χαρά ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του νυσταγμένου φαντάρου όπου βλέπει το μαλακισμένο σχέδιό του να πιάνει. Ναι ρε. Υπάρχει ελπίδα να απαλλαγούμε από τα αρούρια. Να μην σας τα πολυλογώ μέχρι και τις 4 το πρωί είχε μαζευτεί μέσα στην τουαλέτα ένας μικρός λοφίσκος από 5-6 πόντικες. Το πρωί που ξύπνησαν και οι υπόλοιποι είδαν αυτή την πτωματομάζωξη και άρχισαν να αναρωτιούνται αν φέραμε συνεργείο απολύμανσης. Όχι αγαπητοί συνάδελφοι. Δεν φέραμε τίποτα. Απλά ήρθε ο Terminator.


Έτσι που λέτε κατάφερα και εξόντωσα αρκετά τρωκτικά. Και θυμάμαι ότι γενικώς έβρισκα να κάνω πολλές τέτοιες μαλακοεφευρέσεις. Άλλα πάντα χρήσιμες για μένα και τους συναδέλφους. Ε ναι. Είχα αρκετό χρόνο να σκέφτομαι τότε. Και μετά σου λέει ότι η αργία είναι μήτηρ πάσης κακίας. Μαλακίες. Άκου Μήτηρ. Για μένα ούτε για δέκατη πέμπτη ξαδέρφη δεν κάνει...

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

ΚΟΥΡΑΜΠΙΕΔΕΣ VS ΜΕΛΟΜΑΚΑΡΟΝΑ

Και μια και πλησιάζει η εποχή, θα επαναφέρω μια παλαιότερη θεωρία μου. Έρευνα λέει ότι οι γυναίκες προτιμούν τους κουραμπιέδες από τα μελομακάρονα. Ενώ οι άντρες το αντίθετο. Ναι και μένα τα μελομακάρονα μ αρέσουν. Οι κουραμπιέδες όχι και ιδιαίτερα. Γιατί άραγε? Ας το αναλύσουμε λίγο.




Λοιπόν. Κουραμπιές. Από το όνομα και μόνο καταλαβαίνετε. Έχει κι άλλα άσχημα όμως που κατατάσσονται στις παρακάτω κατηγορίες...1) Πιάσιμο. Τσακώνεις έναν με το χεράκι, πας να τον φας και χιονίζει. Όλα τα ρούχα σκατά. Όμως εσύ δεν ήσουν άνθρωπος , όμως εσύ ήσουν χιονάνθρωπος. Και κολλάς κι από πάνω. Σκατά σκατά σκατά. 

2) Δάγκωμα. Δαγκώνεις και η ζάχαρη μένει στα χείλη που σου τα κάνει άσπρα σαν το λιπ γκλος της Τζούλιας. Σε πιο extreme δαγκωματιές η άχνη μπαίνει και στο ρουθούνι. Και ας πούμε σπάει κι ο διάολος το ποδάρι του και την ώρα που έχεις σαβουρώσει τον κουραμπιέ και σου κάθεται κι η άχνη στο ρουθούνι, μαλάκας φίλος σου σε τραβά φωτο. Άντε να εξηγήσεις στη μάνα σου όταν δει το άλμπουμ ότι δεν έπαιρνες κόκες. Να το παλικάρι πιο κάτω το ίδιο έπαθε. Χεστα φίλος. 





3) Κατάποση. Τα έχεις καταφέρει να περάσεις αλώβητος τα δύο πρώτα στάδια και μασάς. Το στόμα σου μοιάζει με μπετονιέρα που ανακατεύει τσιμέντο χωρίς νερό. Έχει κάτσει στον ουρανίσκο ένα παχύ στρώμα από ζαχαράλευρο. Βρίσκεσαι στα πρόθυρα πνιγμού ώσπου ένα ποτήρι παγωμένο νερό σε λυτρώνει. Έπειτα σκέφτεσαι γιατί έφαγες αυτή τη μαλακία. Α κι αν έχει και αμύγδαλο μέσα, άντε βγάλε απ τους τραπεζίτες τα κομματάκια. Γενικότερα είναι σαν να τρως απότιστο καστανόχωμα . 


Λοιπόν δεν έχω δίκιο?. Ενώ το μελομακαρονάκι, χλουμπ! Άπατο. Πάμε για το επόμενο. Τώρα το γεγονός ότι οι γυναίκες προτιμούν τους κουραμπιέδες δεν μπορώ να το εξηγήσω. Γουστάρουν να πλένουν ρούχα? Έχουν άλλη τεχνική στο δάγκωμα? Τι να πω. Τέλος πάντων. Ας μας πουν μια γνώμη....
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...