Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΛΑ ΣΑΛΑ, ΠΑΙΞΕ ΜΠΑΛΑ



Σήμερον θα πρωτοτυπήσω και θα αναλωθώ στην αγαπημένη μου ασχολία που είναι η ανάλυση στίχου. Το κομματάκι που διάλεξα απόψενες είναι το αγαπημένο, καλοκαιρινό και φουλ νησιώτικο, ''Σαλά σάλα''

Το τραγουδάκιον είναι παραδοσιακόν και πολύ δημοφιλές αφού το χουν τραγουδήσει μεταξύ άλλων και οι Γιάννης Πάριος, Ελένη Βιτάλη, Τσαλιγοπούλου, Γαλάνη κλπ κλπ. Τι λέει λοιπόν το κομμάτι. Ας το πιάσουμε στροφή στροφή:

Σάλα σάλα μες στη σάλα τα μιλήσαμε,
να με πάρεις, να σε πάρω συμφωνήσαμε.

Αχα. Προσέξτε πως έχει το στόρι. Τυπάκι έχει παρευρεθεί σε γάμο γιορτή/πανηγύρι/κάτι τέτοιο τέλος πάντων και χτυπάει γκομενάκι ντόπιον. Οι ματιές που αντάλλαξαν αι δυό άγνωστοι είναι μαχαιριές και δεν άργησε τελικά ο παλίκαρος να κάνει την κίνηση ματ. Πάει το λοιπόν οσονούπω δίπλα στην νησιωτοπούλα  να τη βλεφαριάσει μέσα απ τη ρακέτα. Αυτή, τσαούσα, του 
κωλοτρίβεται ολίγον τι και του πετάει ασσίστ για κάρφωμα. Το μοιραίο δεν θα αργήσει να συμβεί όπως καταλαβαίνετε, αφού όπως λέει και το τραγούδι συμφώνησαν να αλληλοπαρθούν. Αλλά που?


Σάλα, Μαρουσώ μου,
σάλα τα τζίτζι
μες στο μαγερειό,
άσ’ τα ψάρια να καούνε
κι έβγα να σε δω.

Νάτααααα μας. Η στη σάλα ή στην κουζίνα θα γίνει η δουλεία. Α όχι 
μετά της λέει να βγεί έξω. Χμ μα τι γίνεται; Να σκεφτώ. Ναι. Κοιτάξτε να δείτε τι παίχτηκε τώρα. Η νεαρά Μαρουσώ το λοιπόν ήταν μαγέρισσα στην ταβέρνα του χωριού και όπως τηγάνιζε σαρδέλες, ο τραγουδιάρης της πέταξε το τρίποντο έξω από τα έξι κι εικοσπέντε. Αυτή, έκαψε κανα δυό τηγανιές από την καύλα και με χαριτωμενιές βγήκε απ' όξω και καλά να δεί αν είναι οι πελάτες ευχαριστημένοι. Εκεί αν και με την ποδιά, έκανε κλίκ στον παλίκαρο ο οποίος είχε το κληρονομικό χάρισμα και μπορούσε να δει τα κάλλη της νεαρής μέσα απ τα ρούχα. Έγινε λοιπόν η πιο πάνω προσέγγιση κι ο φίλος μας δεν κρατιόταν. Βρε άσε με, του λέει η νησιωτοπούλα κάνοντας του τη δύσκολη, γιατί κι έχω και κάτι ψάρια μέσα που θα καούνε. Αυτός παίρνει ύφος γαμάουα, γιατί έχει καταλάβει ότι η μικρά τον κάνει κέφι και της λέει κάτι πιπεράτα του στύλ: άσε το λούτσο κι έλα για τον.... καταλάβατε. Αυτή χαζογελά αυτάρεσκα, παίρνοντας ένα ροδοαλευρί χρώμα στα μάγουλα. Και για να δούμε τι έγινε στο τέλος. 


Πότε μαύρα, πότε άσπρα, πότε κόκκινα,
την καρδιά μου να ζητούσες, θα σ’ την έδινα.

Άλλα ντάλα της Παρασκευής το γάλα. Εμείς περιμένουμε να γίνει ο τρίτος παγκόσμιος ναούμ στην κουζίνα κι ο στιχουργός μας λέει άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο. Τι ξενέρα. Αλλά και αυτό εξηγείται. Προσέξτε. Ο ευγενής νέος έχει καταλάβει ότι αρκετές καφροπαπαριές πέταξε μέχρι τώρα και ήρθε η ώρα να γίνει ρομαντικός. Της λέει λοιπόν άρες μάρες κουκουνάρες για να βγάλει τη ρίμα και μετά λέει ότι θα μπορούσε να της δώσει την καρδιά του στο πιάτο. Ρε πούστη μου πως τσιμπάνε έτσι οι γυναίκες. Εγώ θα θελα έτσι από περιέργεια να δω καμία να πει, ναι ρε ανοιχτοχέρη, βγάλτη και δώστη μου, να δούμε αν θα τη δώσει αυτός. Και πως θα τη δώσει? Θα αυτοεγχειρισθεί; Τες πα άρχισα κι εγώ τις μαλακίες. 


Ας κλείσουμε λοιπόν αυτή την ανάλυση με τα γενικά μας συμπεράσματα. Μια ιστορία φλέρτ εκτυλίχθηκε εδώ που από τη χρονολογία καταλαβαίνεται ότι εξαπανέκαθεν η καυλίαση και το υπονοούμενο πήγαιναν σύννεφο. Δηλαδή ότι συμβαίνει και τώρα αλλά τότε γινόταν όλα μέσω Λαμίας και στα σκοτεινά. Εντάξει, είχε κι αυτό τη γλύκα του δεν θα μπω σε διαδικασία κριτικής. Μια απορία έχω μόνο για το τραγουδάκι. Αυτό το τζίτζι, τι να 'ναι; Ας Googlάρω...
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...