Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΛΑ ΣΑΛΑ, ΠΑΙΞΕ ΜΠΑΛΑ



Σήμερον θα πρωτοτυπήσω και θα αναλωθώ στην αγαπημένη μου ασχολία που είναι η ανάλυση στίχου. Το κομματάκι που διάλεξα απόψενες είναι το αγαπημένο, καλοκαιρινό και φουλ νησιώτικο, ''Σαλά σάλα''

Το τραγουδάκιον είναι παραδοσιακόν και πολύ δημοφιλές αφού το χουν τραγουδήσει μεταξύ άλλων και οι Γιάννης Πάριος, Ελένη Βιτάλη, Τσαλιγοπούλου, Γαλάνη κλπ κλπ. Τι λέει λοιπόν το κομμάτι. Ας το πιάσουμε στροφή στροφή:

Σάλα σάλα μες στη σάλα τα μιλήσαμε,
να με πάρεις, να σε πάρω συμφωνήσαμε.

Αχα. Προσέξτε πως έχει το στόρι. Τυπάκι έχει παρευρεθεί σε γάμο γιορτή/πανηγύρι/κάτι τέτοιο τέλος πάντων και χτυπάει γκομενάκι ντόπιον. Οι ματιές που αντάλλαξαν αι δυό άγνωστοι είναι μαχαιριές και δεν άργησε τελικά ο παλίκαρος να κάνει την κίνηση ματ. Πάει το λοιπόν οσονούπω δίπλα στην νησιωτοπούλα  να τη βλεφαριάσει μέσα απ τη ρακέτα. Αυτή, τσαούσα, του 
κωλοτρίβεται ολίγον τι και του πετάει ασσίστ για κάρφωμα. Το μοιραίο δεν θα αργήσει να συμβεί όπως καταλαβαίνετε, αφού όπως λέει και το τραγούδι συμφώνησαν να αλληλοπαρθούν. Αλλά που?


Σάλα, Μαρουσώ μου,
σάλα τα τζίτζι
μες στο μαγερειό,
άσ’ τα ψάρια να καούνε
κι έβγα να σε δω.

Νάτααααα μας. Η στη σάλα ή στην κουζίνα θα γίνει η δουλεία. Α όχι 
μετά της λέει να βγεί έξω. Χμ μα τι γίνεται; Να σκεφτώ. Ναι. Κοιτάξτε να δείτε τι παίχτηκε τώρα. Η νεαρά Μαρουσώ το λοιπόν ήταν μαγέρισσα στην ταβέρνα του χωριού και όπως τηγάνιζε σαρδέλες, ο τραγουδιάρης της πέταξε το τρίποντο έξω από τα έξι κι εικοσπέντε. Αυτή, έκαψε κανα δυό τηγανιές από την καύλα και με χαριτωμενιές βγήκε απ' όξω και καλά να δεί αν είναι οι πελάτες ευχαριστημένοι. Εκεί αν και με την ποδιά, έκανε κλίκ στον παλίκαρο ο οποίος είχε το κληρονομικό χάρισμα και μπορούσε να δει τα κάλλη της νεαρής μέσα απ τα ρούχα. Έγινε λοιπόν η πιο πάνω προσέγγιση κι ο φίλος μας δεν κρατιόταν. Βρε άσε με, του λέει η νησιωτοπούλα κάνοντας του τη δύσκολη, γιατί κι έχω και κάτι ψάρια μέσα που θα καούνε. Αυτός παίρνει ύφος γαμάουα, γιατί έχει καταλάβει ότι η μικρά τον κάνει κέφι και της λέει κάτι πιπεράτα του στύλ: άσε το λούτσο κι έλα για τον.... καταλάβατε. Αυτή χαζογελά αυτάρεσκα, παίρνοντας ένα ροδοαλευρί χρώμα στα μάγουλα. Και για να δούμε τι έγινε στο τέλος. 


Πότε μαύρα, πότε άσπρα, πότε κόκκινα,
την καρδιά μου να ζητούσες, θα σ’ την έδινα.

Άλλα ντάλα της Παρασκευής το γάλα. Εμείς περιμένουμε να γίνει ο τρίτος παγκόσμιος ναούμ στην κουζίνα κι ο στιχουργός μας λέει άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο. Τι ξενέρα. Αλλά και αυτό εξηγείται. Προσέξτε. Ο ευγενής νέος έχει καταλάβει ότι αρκετές καφροπαπαριές πέταξε μέχρι τώρα και ήρθε η ώρα να γίνει ρομαντικός. Της λέει λοιπόν άρες μάρες κουκουνάρες για να βγάλει τη ρίμα και μετά λέει ότι θα μπορούσε να της δώσει την καρδιά του στο πιάτο. Ρε πούστη μου πως τσιμπάνε έτσι οι γυναίκες. Εγώ θα θελα έτσι από περιέργεια να δω καμία να πει, ναι ρε ανοιχτοχέρη, βγάλτη και δώστη μου, να δούμε αν θα τη δώσει αυτός. Και πως θα τη δώσει? Θα αυτοεγχειρισθεί; Τες πα άρχισα κι εγώ τις μαλακίες. 


Ας κλείσουμε λοιπόν αυτή την ανάλυση με τα γενικά μας συμπεράσματα. Μια ιστορία φλέρτ εκτυλίχθηκε εδώ που από τη χρονολογία καταλαβαίνεται ότι εξαπανέκαθεν η καυλίαση και το υπονοούμενο πήγαιναν σύννεφο. Δηλαδή ότι συμβαίνει και τώρα αλλά τότε γινόταν όλα μέσω Λαμίας και στα σκοτεινά. Εντάξει, είχε κι αυτό τη γλύκα του δεν θα μπω σε διαδικασία κριτικής. Μια απορία έχω μόνο για το τραγουδάκι. Αυτό το τζίτζι, τι να 'ναι; Ας Googlάρω...

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝ ΝΤΡΟΠΗ


Κι αφού λοιπόν είδα κι απόειδα με τα γραφιστικά και μετά από 11 μήνες ανεργίας, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είπα: - Ρε καλλιτέχνη, δεν αφήνεις τις μαλακίες και να ψάξεις για τίποτις άλλο? Γιατί σε λίγο όπως πάει θα φάς τις σόλες σου. Σωστό ε? Κι έτσι λοιπόν, κάθισα να να θυμηθώ ποια είναι τα επαγγέλματα που δοκίμασα να κάνω μέχρι τα τώρα, για να δω και τι προϋπηρεσία έχω να ουμ. Για πάρτε μάτι...

Επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Παιχταρά μου. Λοιπόν το πρώτο μου επάγγελμα ήταν αυτό. Δηλαδή έβγαλα λεφτά από κάτι που έκανα για πρώτη φορά. Σημαντικόν. Ναι γιατί μέχρι τότε τα τρωγα απ τον daddy. Σε ηλικία λοιπόν 17 και κάτι, υπέγραψα επαγγελματικό συμβόλαιο με ομάδα. Μισθός: 40 χιλιάδες το μήνα. Δραχμές μην τρελαθούμε ε? Λοιπόν χαρτζιλικάκι πρώτο για την εποχή, το γούσταρα και το άθλημα πολύ και πήγαινα για καριέρα. Ποια καριέρα, που άλωσα τελικά όλα τα χωμάτινα Α, Β, Γ, Δ και Ωμέγα κατηγορίας Αθηνών. Αλλά ας όψεται το κεφάλι μου. Τες πα. Δε γαμιέται είπα. Θα σπουδάσω.
Μέχρι να σπουδάσω όμως κάτι έπρεπε να κάνω. Ο daddy είχε φράγκα, αλλά εγώ ως άλλος Νίκος Ξανθόπουλος, ήθελα να βγάλω λεφτά δικά μου με ιδρώτα και αίμα. Τι μαλάκας ήμουν. Είπα λοιπόν να κάνω κάτι εύκολο. Κι αυτό ήταν...

Διανομέας εντύπων. Η πρώτη απόπειρα για πραγματική δουλειά ήταν αυτή. Μιλάμε για πολύ βαρετή μαλακία. Το λοιπόν, σκάσαμε με το φίλο μου τον Αλέξανδρο, σε μια πιτσαρία στην Καλλιθέα. Εγώ καβάλα σε μια 900ρα Kawasaki κι αυτός με το αμάξι του να μοιράσουμε φυλλάδια. Νταξ. Πως δεν κατεβήκαμε από λιμουζίνα. Ο τύπος με το που βλέπει το σκηνικό, μας έκοψε ότι ήμασταν για τα πανηγύρια, αλλά οκ, είπε να μας δοκιμάσει. Την πρώτη μέρα όλα καλά. Ξεποδάριασμα φούλ συν μπινελίκια από γριές στα κουδούνια, αλλά τσιμπήσαμε ένα χαρτζιλίκι για καφέ και τσιγάρα. Not bad για 2 ώρες. Την επόμενη μέρα όμως, αρχίσαμε τις καφρίλες και πετάξαμε τα μισά έντυπα σ ένα κάδο. Το αφεντικό γατόνι, μας έδωσε πούλο με συνοπτικές. Πως το κατάλαβε? Απλό. Είχε λιγότερα τηλέφωνα για παραγγελίες, στις οδούς που μοιράσαμε. Ρε πούστη κι είχαμε σπάσει το κεφάλι μας τότε, ποιος καριόλης μας κάρφωσε. Εμπειρία όμως κι αυτή. Πάμε παρακάτω.

Σερβιτόρος Δεξιώσεων. Οκ. Ίσως η πιο πακέτο δουλειά που χω κάνει. Θα καταλάβετε γιατί. Πάλι με τον Αλέξανδρο λοιπόν, πήγαμε να δουλέψουμε μαζί. Αυτή τη φορά σε δεξίωση που έκανε το Caravel. Το menu περιελάμβανε: Φόρτωμα τραπεζιών καρεκλών, πιρουνιών, μαχαιριών, σκατών κλπ κλπ μεταφορά με φορτηγό, στήσιμο στην παραλία, σερβίρισμα, ξεστήσιμο, φόρτωμα σε φορτηγό καθάρισμα επιστροφή ξεφόρτωμα και γειά σας. Εύκολο ε? Ναι αμέ. Αν δεν διαρκούσε 18 ώρες όλο το γεγονός κι αν δεν είχα τη φαεινή ιδέα να βάλω δίπατες wehrmacht για να σερβίρω θα ταν απλά  κουραστικό. Αυτό που πέρασα με τις μπότες ήταν Γολγοθάς. Αλλά τι να κανα. Ήταν ότι πιο κοντινό είχα σε μαύρο παπούτσι. Φόραγα και παπιγιόν. Έλεος. Μου βγήκε ο πάτος κυριολεκτικά. Εδώ έχω αρχίσει και πιάνω το νόημα, για το πως βγαίνουν τα λεφτά. Καλό μου κανε. Neeext.

Διανομέας πίτσας. Νταξ. Απ τις ωραιότερες εμπειρίες. Καλοκαιράκι, στο παπί αλα Μητρογλου, 6ωρο, στις 12 σχόλαγα και ότι είχα βγάλει τα τρώγα στα διπλανά μπαράκια με μια σερβιτόρα που τα χα φτιάξει απ το απέναντι μαγαζί. Από τα ομορφότερα καλοκαίρια. Έστω κι αν το αφεντικό ήταν Σκρούτζ και δεν μας έβγαζε ούτε ένα κομματάκι πίτσα να κεράσει. Αλλά τον τακτοποιήσαμε. Κάναμε παραγγελίες από καρτοτηλέφωνο πίτσα με ανανά, εξωτική κι έτσι. Πήγαινε ο πιτσαδόρος, λάθος η παραγγελία. Αναγκαστικά γύριζε πίσω, δεν μπορούσε να τη δώσει ο μαλάκας ο boss πουθενά αλλού με το φρούτο μέσα στα τυριά, (αλήθεια πως την τρώνε αυτή τη μαλακία) και στο τέλος αναγκαζόταν να μας τη δώσει εμάς, όπου την τρώγαμε βγάζοντας απλά τον ανανά. Να να να να νααααα.

Κούριερ. Αφού δοκίμασα την πιτσαρία, ε να μην πήγαινα και στο διπλανό επάγγελμα; Ήταν άκρως κουραστικότερο βέβαια, γιατί γύριζες όλη την Αθήνα. Πίκρα. Και όταν το αφεντικό σου νομίζει, ότι προσέλαβε τον Γιουσέιν Μπολτ και σου μετράει και το χιλιόμετρο στο παπί, τότε καταλαβαίνετε ότι και 15 μέρες που άντεξα ήταν πολλές. Βασικά δεν έφυγα, με έδιωξαν, γιατί μια μέρα δεν πήγα καθόλου δουλειά, επειδή ο αρχηγός ήθελε να ξυπνήσω στις 7 και να μοιράσω κάτι δέματα στην Κηφισιά. Στην Κηφισιά; Πωωωω. Και στις 7? Πωωωωωωωω. Μεγάλε που έπεσες. Δεν ήξερες δεν ρώταγες. Σιχάθηκα τη ζωή μου. Και τότε είπα. Κοιμήσου αγόρι μου. Ήρθε η ώρα να απολυθείς. Ε και αλιβεντέρτσι.

Μπουφετζής. Είχα πάρει σβάρνα που λέτε τις αγγελίες να βρώ δουλειά. Αυτό δεν το χα ξαναδοκιμάσει, λέω δε γαμιέται θα πάω. Ήταν ένα μαγαζί στο Κολωνάκι. Το αφεντικό ψιλομυστήριο, ισορροπούσε ανάμεσα σε gay σαδομαζό και αλκοολικό ταβερνιάρη. Καλό παλικάρι όμως. Του πα δεν το χω με το μπουφέ, αλλά μου λέει εντάξει δεν είναι και πυρηνικός αντιδραστήρας η εσπρεσσιέρα. Θα μάθεις. Ε είδα θετικό το κλίμα, δεν ήτανε και γαίδαρος, λέω κι εγώ θα μάθω. Οκ. Την πρώτη μέρα που λέτε είχα εκπαίδευση. Δεν πάτησε άνθρωπος στο μαγαζί. Τη δεύτερη το ίδιο. Ήπια 45 καφέδες μόνος μου. Παραλίγο να με πιάσει επιληψία. Του λέω μάστορα, δεν σου φερα γούρι. Μήπως να σε χαιρετήσω? Ε και έτσι χαμογελαστοί, χωρίσαμε τα τσανάκια μας. Τι να κάνεις. Η ζωή συνεχίζεται.

Στρατιώτης. Και μετά από όλα αυτά, με κάλεσε η μαμά πατρίδα να την υπηρετήσω. Και πήγα. Θα μου πείτε, τι δουλειά έχει το φανταρικό σε άρθρο για επαγγέλματα? Πως δεν έχει. Αφού πληρωνόμουν 1000 δραχμές το μήνα. Και από τη στιγμή που πληρώθηκα, αυτό σημαίνει ότι έκανα κι αυτό το επάγγελμα. Και εδώ που τα λέμε να πω, ότι ο μισθός τόσος πρέπει να είναι γιατί δεν κάνεις τίποτα. Όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ. Πιο άχρηστος δεν ένιωσα ποτέ στη ζωή μου. 1,5 χρόνο έκατσα, για πράγματα που θα μπορούσα να μάθω σε ένα μήνα. Τες πα. Λεπτομέρειες. Θα επεκταθώ στο θέμα άλλη ώρα. Απολύθηκα που λέτε και μετά έγινα...

Καφετζής. Αυτό ήταν και το επάγγελμα που έκανε ο πατέρας μου. Μετά το στρατό τι να κάνω ο άτυχος, δέχτηκα να σερβίρω τους παππούδες, στο καφενείο που διατηρούσε η οικογένεια. Αλλά δεν ήταν δουλειά για μένα. Με το ζόρι ξύπναγα στις 3 το μεσημέρι, για να αλλάξω τους δικούς μου στη βάρδια. Βαριόμουν τόσο ελεεινά, σε σημείο που άφηνα τους πελάτες μόνους τους να αυτοσερβιρίζονται και την κοπανούσα για καφέ στο Θησείο. Ρεμάλι ολκής. Μια φορά τους άφησα και τα κλειδιά να κλείσουν. Να σκουπίσουν δεν τους είπα, θα ταν χοντρό. Με ψαχνε κι η μάνα μου κάθε μέρα. Δεν κράτησε πολύ απ ότι φαντάζεστε. Και τότε έφτασαν οι μέρες για διακοπές. Δοκίμασα λοιπόν να γίνω και...

Ζωγράφος. Το χα ρε παιδί μου το καλλιτεχνικό από ανέκαθεν. Και όταν ο φίλος μου ο Μάριος με την Κατερίνα, μου ανέθεσαν να τους ζωγραφίσω ένα πανό για το beach bar που είχαν στη Μυτιλήνη, ήμουν πολύ χαρούμενος που θα έβλεπε ο κόσμος ένα αριστούργημα του Έλληνα Βαν Γκογκ (μη χέσω). Κατά τ άλλα μπογιές, καφεδάκι, ήλιος, μαγιό και γκομενάκια ολούθε να παρακολουθούν τον καλλιτέχνη. Καυλίαση φουλ. Not bad ε? Αλλά πληρώθηκα σε τεκίλες. Μετά το χειμώνα ζωγράφισα κάτι πίνακες. Εκανα και έκθεση.

Διακοσμητής πάρτι. Λοιπόν αυτό το επάγγελμα είναι δική μου εφεύρεση. Μια εποχή, μου ζήτησε ένας φίλος να πάω από νωρίς, να φτιάξουμε το χώρο που θα κανε πάρτι. Πήγα που λέτε και του φερα κάτι black light και κάτι φωτιστικά περίεργα που έφτιαχνα, γιατί τότε την είχα δει και πολύ designer. Μαζί με αυτά, κρεμάσαμε και κάτι κωλόχαρτα στους πολυελαίους και το κάναμε space το παρτάκιον. Ανέλπιστα, είχε τόση επιτυχία, που μου ζήτησαν κι άλλοι να του κάνω διακόσμηση. Μετά και άλλοι και εκεί άρχισα να πληρώνομαι κιόλας. Με λεφτά και όχι με ποτά. Μέχρι που μια φίλη μου η Πόλα, μου ζήτησε να κάνω διακόσμηση στο γάμο της στην Ικαρία. Τι να σας πώ. Ένα πάρτι στην παραλία κάναμε και πήγα κι έβαψα όλα τα βότσαλα φωσφόριζε να φωτίζουν το βράδυ με το black light. Νταξ. Ξεφευγαντάν. Ωραία φάση κι αυτή. Ωραίες εποχές. Και φτάσαμε σιγά σιγά και στο βασικό επάγγελμα.

Γραφίστας. Χα. Αυτό γράφει η ταυτότητα. Μεγάλη ιστορία. Ο πατέρας μου είχε καημό να περάσω στο πανεπιστήμιο να λέει ότι ο γιος του είναι σπουδαγμένος. Πάλι καλά δεν μου κατσε. Και έτσι, σπούδασα σε ένα ταπεινό ΙΕΚ. Ο πρώτος που με προσέλαβε, ήταν μιλημένος και με πήρε στην εταιρία του. Επιγραφές σχεδίαζαν. Την πρώτη μέρα μπήκα σε μια μεγάλη αίθουσα με γραφεία όπου εκεί τι να δω. Δεκατέσσερις γραφίστριες κι εγώ. Άντρας δεν έπαιζε. Ω ρε μάνα μου. Έσκασε ο κόκορας στο κοτέτσι. Έτσι είναι η γραφιστική? Εδώ θα αφήσω τα πούπουλά μου. Ε και είπα να μαι σοβαρός. Το αφεντικό όμως ήταν πολύ μάλαξ. Πήγαινα να βάλω καφέ και με κοίταγε με στύλ - ''Ρε αλητάμπουρα, εγώ σε πληρώνω να δουλεύεις κι εσύ πίνεις καφέδες, εεεεεεεεεεε τομάριιιιιιιι''. Χμ. Έκανα όμως υπομονή. Μια μέρα μου κανε παρατήρηση, γιατί δούλευα κι ήμουν σταυροπόδι. Έλεος. Κατάλαβα ότι δεν είχα και πολλά ψωμιά εκεί μέσα. Ώσπου μια μέρα, αποφάσισε να κάνει περικοπές. Ε και πόσες πιθανότητες να χα να μείνω. Όσες ο Ολυμπιακός να νικήσει τη Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νόου. Νταξ. Αναμενόμενο. Τελευταία μέρα λοιπόν, αφού είχα μάθει ότι θα απολυθώ, πήγα και έβαλα 17 καφέδες κοιτάζοντάς τον στα μάτια, γυρνοβολούσα στα γραφεία ενώ καθόμουν σταυροπόδι, τσίμπησα δυο τηλεφωνάκια από συναδέλφισσες, έτσι μωρέ για να μην χαθούμε, πήρα μια ωραία αποζημίωση και πήγα διακοπές. Τέλεια. Αφού γύρισα όμως κάτι θα πρεπε να κάνω. Και πήγα...

Σερβιτόρος σε μπαρ. Είχα ένα φίλο που λέτε τον Αντρέα, που δούλευε DJ. Τον έπιασα και του είπα: ''Ρε συ Αντρέα, αν πάρει το αυτί σου καμιά δουλίτσα σερβιτοριλίκι το βράδυ, πες μου''. Ε και με πήρε. Αλλά που?. Σε ένα πάρτι με 300 άτομα τίγκα, όπου ο μόνος σερβιτόρος ήμουν εγώ. Βέγγος. Δεν έπαιζε να παίρνω παραγγελίες, μόνο ποτήρια μάζευα, όπου κι εκεί καταλαβαίνετε τι γινόταν. Τα κουτσοκατάφερνα, μέχρι που ένας εκκεντρικός πελάτης, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να με δέσει με τις χειροπέδες που είχε στην κωλότσεπη. - Ρε τι κάνεις, είσαι χαζός? του λέω κρατώντας το δίσκο με φουλ ποτήρια πάνω απ το κεφάλι μου. Το τυπάκι γεια χαρά. Πρέπει να χε φάει ένα πακέτο χαρτί Α4 ποτισμένο με LSD. Τελικά μ έσωσε η γκόμενά του. Αλλά στο δεύτερο χτύπημα δεν άντεξα. Κι αυτό ήταν, ότι η λαντζέρισσα αποφάσισε να παραιτηθεί, την ώρα που γινόταν της εκδιδομένης. Ποτήρια καθαρά: Over. Ε και εκεί κάνω την ταρζανιά, σαν φιλότιμο παιδί που είμαι και μπουκάρω μέσα στην κουζίνα. Εκεί τι να κάνω, να πλύνω? Δε γαμείς. Απλά άδειασα μερικά άπλυτα, απ' αυτά που μάζευα και τα γύρισα χύμα στην μπαργούμαν. Τέλεια. Λίγο θολά ήταν, αλλά δεν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μετά από όλη αυτή την ταλαιπωρία των 10 ωρών, το αφεντικό αποφάσισε να μου δώσει 8 χιλιάρικα, αντί για 10 που 'χαμε συμφωνήσει. Μα λέω αφεντικό, 10 είχαμε πει. Μου κάνει καλά, πάρε αυτά και την επόμενη φορά θα σου δώσω 10. Τα πήρα. Και του λέω ''Ρε τσίπη, εδώ έκανα και τη λαντζέρισσα και μου κόβεις και 2 χιλιάρικα.? Δεν πας να κάνεις έρωτα? Ε και όπως καταλάβατε δεν ξαναπήγα. Ο Αντρέας όμως δεν το βαλε κάτω κι ήθελε να μου βρει δουλειά βράδυ. Και έγινα...

DJ.  Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο μια μέρα και μου λέει: ''- Ρε μαλάκα, θες να παίξεις DJ σε ένα καφέ στην Ελευσίνα? Μπαρδόν? Από που κι ως που ρε συ Αντρέα, του λέω? Ρε συ μου λέει, έχω κλείσει από λάθος να παίξω σε 2 μαγαζιά την ίδια ώρα και θα εκτεθώ. Και σκέφτηκα να πας εσύ. Μα ρε παπάρα του λέω, εγώ δεν ξέρω να ανοίγω ούτε το ράδιο, θα παίξω και μουσική? Μην ανησυχείς μου λέει, θα ρθω εγώ να σου δείξω στην αρχή και μετά θα φύγω. Θα σου αφήσω και κάτι Cd και μια χαρά. Ε άντε καλά του λέω. Θα φορέσω μια πανοπλία και θα ρθω. Γιατί? με ρωτάει. Γιατί θα φάμε πολύ ξύλο φίλε. Άντε ρε μαλάκα μου λέει, μια χαρά θα τα πας.'' Ε και πήγα. Και περιμένω εγώ τον Αντρέα να ρθει να μου δείξει τίποτα, που ναι ο Αντρέας, πουθενά ο Αντρέας. Οϊμέ. Και τι θα κάνω εγώ τώρα σε ένα μαγαζί με 200 άτομα? Να τους τραγουδήσω ακαπέλα? Δεν το 'χω. Με πιάνει κρύος ιδρώτας. Αλλά λέω όχι ρε πούστη, θέλει θράσος. Η που θα με δείρουν, ή που θα πιάσω δουλειά. Και απεδέχθην το challenge. Και τελικά πήγαν όλα καλά. Βρήκα μετά από μισάωρο, πως παίζουν εκεί τα μπλιμπλίκια, τους έβαλα και κάτι Ελληνικά ροκ που το 'χα και για καλή μου τύχη, έπεσα και σε ροκά αφεντικό. Με λάτρεψε. Κι έτσι ξεκίνησε μια πορεία, που τραβά ως και σήμερα. Αυτά. Να σκεφτώ. Τι άλλο έκανα? Α ναι. Τώρα τελευταία, είχα και την εμπειρία να δοκιμαστώ σαν..

Αγρότης. Ανεπανάληπτο. Εγώ κι οι άνεργοι φίλοι μου, πήγαμε σε ένα κτήμα να φυτέψουμε ροδιές. Στην Ανάβυσσο. Άβυσσος. Το κτήμα. Ήταν 60 στρέμματα και έπρεπε να φυτέψουμε 3600 δέντρα. Μάνα μου. Με το που το βλέπω, λέω στο αφεντικό: ''Πας καλά? Σε τρεις μέρες να κάνουμε όλο αυτό? Έλα μου λέει ρε, εύκολο είναι. Ναι τι να σου πω.'' Αλλά τελικά, ήταν από τις καλύτερες φάσεις που λέτε. Ήλιος, χώματα, γέλια κι οι φίλοι μου. Απ τις πιο σκληρές δουλειές, μαζί με το σερβιτοριλίκι δεξιώσεων, αλλά τελικά σημασία είχε ότι το είδαμε αλλιώς και περάσαμε καλά. Έστω κι αν έφαγα το μυγάκι με το κουτάλι, έστω κι αν η μέση μου βάρεσε μπιέλα το φχαριστηθήκα. Βίτσια έχεις, θα μου πείτε. Χμ όχι, αλλά μάλλον μετά από 15ετη δουλειά σε γραφείο, είχα ανάγκη να δουλέψω στο ύπαιθρο. Κάπου εκεί θα καταλήξω στο τέλος, να μου το θυμηθείτε. Εκτός κι αν γίνω...

Στιχουργός. Τα παμε. Αφού πληρωθείς από μια δουλειά, αυτό σημαίνει ότι το 'χεις κάνει το επάγγελμα. Κι αφού έχω πάρει 25 ευρώ από την ΑΕΠΙ για 2 τραγούδια που 'χω γράψει, τότε θεωρούμαι επαγγελματίας. Ε? Ναι. Καλά οκ. Μη βαράτε. Λοιπόν, με έχει βαρέσει η κουλτούρα στο κεφάλι τα τελευταία χρόνια. Θυμάμαι όμως, ότι κι από μικρός έφτιαχνα κοροϊδευτικά στιχάκια για τους συμμαθητές μου. Πολύ μ αγαπούσαν. Ε κι αφού κάτι έκανα σ αυτούς, είπα δεν μπορεί δεν θα περάσουν απαρατήρητα. Κι είπα να το δω πιο σοβαρά το θέμα. 20 χρόνια μετά βέβαια, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και δώσε πόνο. Άρχισα να γράφω  λαϊκά, ροκ, έντεχνα, άτεχνα ότι γουστάρετε. Wannabe η αρσενική Ναταλία Γερμανού. Χμ. Όχι Γερμανού. Είπαμε να στηρίξουμε τα Ελληνικά προϊόντα. Κάτι άλλο τέλος πάντων. Θέλετε στιχάκι? Όχι τώρα, δεν μου 'ρχεται. Επιφυλάσσομαι για αργότερα. Επιμένετε ε? Καλά λοιπόν. Πάρτε το.: Αφού τις τέχνες έπιασα κι έγινα στιχουργός, μπορεί και να μου ταίριαζε να γίνω..

Ηθοποιός. Νταξ. Ευχαριστημένοι? Έγινε λοιπόν κι αυτό. Μουγκός ρόλος βέβαια, γιατί γυρίζαμε βίντεο κλιπ κι έπρεπε να παίζει τραγούδι. Αλλά δεν με πείραξε. Κι ο Τσάρλι Τσάπλιν άλλωστε έτσι δεν ξεκίνησε? Τι να πω για αυτή μου την εμπειρία, όλα καλά. Λίγο ζορίστηκα στο ξύπνημα, λίγο τρέξιμο πήγαινε έλα με τα αμάξια και τα τραμ, λίγο ντύσιμο γδύσιμο αλλά η παρέα ήταν σούπερ, η διάθεση στα ύψη και τελικά τα αποτελέσματα με δικαίωσαν. Δεν το ποστάρω γιατί πρέπει να κρατήσω χαμηλό προφίλ. Εδώ μπορείτε να μουτζώσετε. Και με τα πολλά φτάσαμε στο τέλος. Είπα λοιπόν να δοκιμάσω να γίνω και...

Αρθρογράφος. Κέντα. Το τελευταίο επάγγελμα που εξασκώ. Δεν ξέρω το πως, τι, που, και γιατί, ξέρω ότι αν διαβάζετε αυτό το κείμενο θα έχει εγκριθεί στο Kiss My Grass το οποίο κατά έναν μαζοχιστικό τρόπο ενδιαφέρεται για τις μπαρούφες που γράφω. Και για να διατηρήσουμε και τους τύπους και τους κανόνες είπαμε ότι ένα επάγγελμα θεωρείτε ότι το εξάσκησες αν πληρώθηκες από αυτό. Λοιπόν κύρια Αρχισυντάκτισσα μου, θα ήθελα 150 ευρώ για αυτό το κείμενο. Ορίστε? Δεν σας άκουσα? Να περάσω απ το γραφείο σας. Χμ. Δεν μου ακούστηκε καλό.  Εεεμ. Τι να πω. Ναι δεν πειράζει. Ας το αφήσουμε για αργότερα. Η αν θέλετε μπορείτε, να με πλερώσετε σε ποτά. Στους τρόπους πληρωμής ήμουν πάντα ανοιχτός. Ορθάνοιχτος θα έλεγα...


Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΕΛΛΗΝΑΣ. Η ΜΑΛΛΟΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΩ


Η ταυτότης μου που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται, γράφει Έλληνας ιθαγενής. Εεεμ ιθαγένεια Ελληνική εννοούσα. Άλλα εδώ που τα λέμε, την εποχή αυτή, δεν απέχει και πολύ το ένα από το άλλο. Μάλλον καλύτερα θα έλεγα ότι το πρώτο υπερισχύει του δεύτερου...

Εγεννήθην λοιπόν στον ευλογημένο τούτο τόπο, εν καιρώ ειρηνικό. Πολύ κωλοφαρδία αν αναλογιστούμε, ότι ολόκληρη σχεδόν η Ελληνική ιστορία, είναι γεμάτη από πολέμους. Γεμάτη από πολέμους λέγω, γιατί μας φθονούσαν και μας την πέφτανε εξαπανέκαθεν, όλοι αυτοί οι κακοί και άθλιοι Περσογερμανότουρκοι.

Μας φθονούσαν βεβαίως βεβαίως, γιατί είχαμε τις πιο ωραίες παραλίες, τα πιο νόστιμα φαγιά, τις πιο ωραίες γκόμενες και γενικώς γαμούσαμε και δέρναμε στο ρελαντί.

Αλλά προσέξτε περικαλώ, δεν είμασταν μοναχοφάηδες. Όχι. Θέλαμε να μοιραστούμε όλον αυτό τον πολιτισμό και στους υπόλοιπους μαλακοπίτουρες, των γύρω περιοχών. Όπου οι γύρω περιοχές ήταν, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και η Ινδία.

Και η Ινδία λέγω και μην απορείτε καθόλου, γιατί αν αναλογιστούμε ότι μπουκάραμε στην Τουρκία που ήταν γύρω περιοχή, μετά η Συρία ήταν δίπλα, άρα κι αυτή ήταν γύρω περιοχή. Μετά και το Ιράν ήταν γύρω περιοχή και πάει λέγοντας.

Κι έτσι φτάσαμε εκεί κάτω στους Ινδιάνους, που κλαιν μάιν, δεν φτουράγανε τίποτα από πολιτισμό και είπαμε να φανούμε μεγαλόκαρδοι και να τους ανοίξουμε τα μάτια.

Έτσι που λέτε τους εκπολιτίσαμε κανονικότατα και Μακεδονικότατα και τους μάθαμε τι εστί μπουγάτσα. Και η απόδειξη είναι, ότι μετά από όλον αυτό το συνουσιασμό που υπέστησαν, πήγαν κι έγραψαν το Κάμα Σούτρα. Το πιάσατε; Η αιτία ήμασταν εμείς το λοιπόν κι αν αυτό δεν είναι αναμετάδοση του πολιτισμού, τότε τι είναι μη χέσω.

Έτσι που λέτε. Με τα πολλά όμως η ομάδα έκανε κοιλιά πότε πότε και σε περιόδους ντεφορμαρίσματος, μας την πέφτανε διάφοροι άλλοι εκπολιτιστές, που και καλά είχαν κι αυτοί το δικό τους τεράστιο πρόγραμμα πολιτισμού και θέλανε με το ζόρι να μας το επιβάλλουν. Τι μαλάκες.

Και πρώτοι πρώτοι οι Πέρσες. Ήρθαν να μας κάνουν μαγκιές, ποιούς εμάς, που κάναμε πόλεμο για μια γκόμενα 10 χρόνια. Ρε πάτε καλά; Έχετε κάψει φλάντζα; Κατεβάζετε ομάδα να παίξετε μπάλα με μας, που σε ματς προετοιμασίας, κατεβάζουμε dream team με Αχιλλέα, Οδυσσέα και δεν συμμαζεύεται? Τροία θα φάτε. Όπως κι έγινε που λέτε αγαπητοί. Τα άρπαξαν τα γκολάκια απ τον Μέσι της εποχής, τον Μεγαλέξανδρο.

Σειρά είχαν οι Ρωμαίοι που 'ρθαν κι αυτοί να δοκιμάσουν την τύχη τους στο Κάμπ Νόου. Oh No. Ήταν βλαμμένα τα παιδάκια. Χάρηκαν που λέτε για λίγο, κάναν κι αυτοί τα πολιτιστικά show τους με παρτούζες, κράσους, σταφύλια και μονομάχους στις αρένες. Το σκόρ έγραψε: Λιοντάρια - Χριστιανοί 7-0. Μετά όμως ήρθε η θεία δίκη και ρούφηξαν με τη σειρά τους το μπαλάκι τους Βυζαντινά και Αεκτζίδικα. Πήραν τον Δικέφαλον πούλον που λέμε.

Και μετά από αυτή την πανωλεθρία των μακαρονάδων, προτελευταίοι στην ουρά, ήταν οι Τούρκοι. Μεγάλοι εκπολιτιστές και τα μπάτζανακ. Αυτοί ήρθαν να μας μάθουν μαγειρική. Ρε. Που πα ρε Μαμαλάκη Τούρκε. Μα μαλάκες είστε. Συγκρίνεται ρε το να φτιάχνεις κεμπάμπ, με το να κόβεις μαρμαροκολώνες τη μία πίσω απ την άλλη και μάλιστα ολόιδιες. Αν είσαστε μάγκες ρε φτιάχτε κι εσείς έστω 2 κεμπάμπ ολόιδια να σας παραδεχτώ. Άλλα ούτε αυτό δεν μπορείτε. Αει σιχτίρ.

Τέλος πάντων που λέτε δεν μπορούσαν τα παλικάρια. Ούτε αυτοί, ούτε και οι τελευταίοι οι Φον Μπήχτεν οι Γερμανομαλάκες, που φανταστείτε δύο τελικούς σε Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξαν κι αρπάξαν από 3 τεμάχια. Αλλά αυτοί, εν αντιθέσει με τους υπολοίπους μυαλό δεν έβαλαν.

Και τώρα κάνουν την τρίτη και φαρμακερή προσπάθεια τους. Τώρα το πάνε μέσω Λαμίας και θέλουν να το πάρουν το ματσάκι χωρίς όπλα και παπαριές. Μας χτυπάνε στον ανεφοδιασμό. Θέλουν να λιμοκτονήσουμε και να ρθουν εδώ κύριοι.

Εμείς όμως ένα έχουμε τους πούμε. Ένα για να το εμπεδώσουν καλά: Ρε δε μασάμε. Κυριολεκτικώς σίγουρα, αλλά και μεταφορικώς. Κι αν θέλετε, τολμήσετε να κατηφορίσετε προς τα δώ. Ξέρετε τι θα σας πούμε ε; ''Ρε καλώς τα παιδιά. Καλώς τα 3-0.''...

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΑ..ΜΟΥΝΙ ΚΑΤ ΟΙΚΟΝ



Που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται η ζωή είναι όπως η μόδα. Κι αυτή κάνει κύκλους. Με βάση το γνωμικό αυτό λοιπόν κι η δική μου ζωή έκανε τον κύκλο της. Στον εργασιακό τομέα...

Προ αμνημονεύτων ετών λοιπό,ν η πρώτη δουλειά που είχα κάνει ποτέ ήταν η διανομή εντύπων. Μιλάμε για πολύ βαρετή μαλακία. Σκάσαμε τουτέστιν, με το φίλο μου τον Αλέξανδρο, σε μια πιτσαρία στην Καλλιθέα. Εγώ καβάλα σε μια 900ρα Kawasaki κι αυτός με το αμάξι του να μοιράσουμε φυλλάδια. Νταξ. Πως δεν κατεβήκαμε από λιμουζίνα...

Ο τύπος με το που βλέπει το σκηνικό, μας έκοψε ότι ήμασταν για τα πανηγύρια, αλλά οκ, είπε να μας δοκιμάσει. Την πρώτη μέρα όλα καλά. Ξεποδάριασμα φούλ συν μπινελίκια από γριές στα κουδούνια, αλλά τσιμπήσαμε ένα χαρτζιλίκι για καφέ και τσιγάρα. Not bad για 2 ώρες. Την επόμενη μέρα όμως, αρχίσαμε τις καφρίλες και πετάξαμε τα μισά έντυπα σ ένα κάδο. Το αφεντικό γατόνι, μας έδωσε πούλο με συνοπτικές. Πως το κατάλαβε? Απλό. Είχε λιγότερα τηλέφωνα για παραγγελίες, στις οδούς που μοιράσαμε. Ρε πούστη κι είχαμε σπάσει το κεφάλι μας τότε, ποιος καριόλης μας κάρφωσε. Δεν πειράζει. Εμπειρία. Που έμελλε να χρειαστεί... 

Και να που λετε χρειάστηκε. Στους δύσκολους αυτούς καιρούς η μοίρα μου χε γράψει να το επαναλάβω. Και ετσι ο κύκλος που λέγαμε έγινε φαύλος και εξαναγκαστικά ξαναγύρισα στην αφετηρία. Ποτάνα Μονόπολη.

Ε πήγα που λέτε. Βασικά για delivery πήγα να σας πω την αλήθεια αλλά ένεκα που το μαγαζάκιον ήταν στα σπάργανα και παραγγελίαι πολλαί δεν παίζουσιν, ε πως να περάσει η ώρα και να βοηθήσω την επιχείρηση, πήρα τα εντυπάκια και βγήκα στο κατόπι να θυμηθώ τα παλιά. Για 2-3 μέρες...

Κι έτσι με το γυαλάκι στο κεφάλι και τα διαφημιστικά ανα χείρας, ξεκίνησα να μοιράζω φυλλάδια, μονάχος στην πόλη βαθιά πικραμένος με σκοπό και ελπίδα καμιά.
Μονάχους μονάχους λοιπόν και σιγούλια σιγούλια, άφηνα δειλά δειλα, πόρτα πόρτα, τα εντυπάκια κάτω από εισόδους πολυκατοικιών, πάνω σε παρμπρίζ αυτοκινήτων και γενικά όπου υπήρχαν οι προϋποθέσεις κάποιος να διαβάσει αυτό το ρημαδόχαρτο.


Εντάξει να μην είμαι και ξινίλας, ήλιο είχε, βολτίτσα έκανα, με τους περαστικούς μίλαγα, λεφτάκια θα παιρνα, όλα καλά. 

Αυτό που με χάλασε και θα σας το εκμυστηρευτώ εδώ λοιπόν είναι το πολεμικό κλίμα που αντιμετώπισα στις πολυκατοικίες. Γενικότερα το ξερα ότι δεν ανοίγουν πόρτες και να σας πω ότι εγώ, δεν χτύπαγα κουδούνια. Που να μπλέκεις με την κάθε γριά στο κουδούνι. Αλλά αυτό ήταν η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη ήταν οι ανακοινώσεις που έβλεπα αναρτημένες και κολλημένες στα τζάμια σε κάποιες από τις εισόδους. Για πάρτε μάτι...



Ναι και εκτός αυτών ξέχασαν να βάλουν ότι αν τολμήσω και πατήσω το χαλάκι της εισόδου, θα με στήσουν στον ακάλυπτο και θα με γαζώσουν με Καλάσνικωφ. Μετά θα μου κόψουν και τα δύο πόδια από το γόνατο, θα με πασαλείψουν με λίπος αρσενικού γουρουνιού και πούπουλα αγριόχηνας και θα με σύρουν μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στο τέλος θα μου βάλουν φωτιά και γύρω μου θα χορεύουν τσάμικο οι γριές του πρώτου σφιχταγκαλιασμένες με τους πλούσιους του ρετιρέ βαστώντας παραμάσχαλα, τις σνομπ γάτες τους παρέα με τα κομπλεξικά τους τσιουαουα.
Μιάουα. Τι μαλάκες. 

Θα μου πείτε εδώ βέβαια κάποιοι από σας: Ρε φίλε εδώ η Αθήνα έχει γίνει ζούγκλα να ουμ και μεις θα ανοίγουμε την πόρτα στον κάθε τυχαίο? Πας καλά. Φοβόμαστε. Χμ ναι σωστά. Αλλά να σου πω κάτι κύριε παπάρα. Μην ανοίξεις. Το να απειλείς με μήνυση πάει πιο μακρυά. Και να σε πληροφορήσω ότι αν σου ανοίξει κάποιος ένοικος ούτε μήνυση μπορείς να κάνεις ούτε τίποτα. Μάθε πρώτα τους νόμους και μετά γράψε ανακοίνωση. Παπαρίδη.

Επίσης επειδή καταλαβαίνω την αγωνία σου να σε πληροφορήσω ότι αν ήμουν ληστής μάλλον θα περίμενα λιγάκι να έρθει κάποιος ένοικος να μπω κι εγω από πίσω παρά να χτυπάω κουδούνια. Και μέρα μεσημέρι. Επίσης η καθαρίστρια της πολυκατοικίας σου αφήνει κάθε Τρίτη και Σάββατο την πόρτα ορθάνοιχτη 3 ώρες. Βάλτο λίγο να δουλέψει πριν το παίξεις Αυτοκράτορας του Βυζαντίου.


Επίσης δεν είναι λίγο αλληγορικό από τη μια να απειλείς με μήνυση αυτόν που σου αφήνει το προσπέκτους και το βράδυ να παραγγείλεις από αυτόν που απειλείς? Ε για πες μου τώρα. Πόσο μαλάκας είσαι?

Τες πα αυτό που κατάλαβα είναι ότι οι αγαπητοί μου συμπολίτες το αποφασίζομεν και διατάσσομεν το χουν στο αίμα τους. Και μετά αναρωτιώμαστε γιατί μερικά κόμματα έχουν υψηλά ποσοστά. Γράφουν λοιπόν ''Απαγορεύεται Αυστηρά''. Τρισμέγιστη μαλακία. Λες και υπάρχει κλίμακα απαγόρευσης, που ξεκινά απ το ''Απαγορεύεται με επιείκεια'' μετά πάει στο ''Απαγορεύεται μέτριος με γάλα'' έπειτα στο ''Απαγορεύεται αυστηρά'' και καταλήγει στο ''Απαγορεύεται αλλιώς θα σας γαμήσω το σπίτι''. Πανέξυπνο. Να σου πω κάτι φίλε μεγαλοιδιοκτήτη. Βάλε ένα ''Παρακαλώ'' αντί για ''Απαγορεύεται'' και θα εκπλαγείς από τα αποτελέσματα.



Αλλά έτσι είναι. Σε ένα σχεδόν μηδαμινό κίνδυνο, μετατρέπεις σε απειλή τον διανομέα και τον μικροπωλητή, γιατί σε κάνει να αισθάνεσαι σπουδαίος που μπορείς και απαγορεύεις. Επειδή στο δικό σου μικρόκοσμο και στη δικιά σου τη δουλίτσα σου απαγορεύουν κάθε μέρα πολύ σημαντικότερα πράγματα, θες κι εσύ να ξεκαυλώσεις και να απαγορεύσεις σε κάποιον άλλο. Αλλά ψιτ σου χω νέα. Θα ρθει κι σειρά σου που θα το κάνεις το επάγγελμα έτσι όπως πάει. Δεν στο εύχομαι, αλλά μόνο τότε θα καταλάβεις.

Και για επίλογο παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα από πραγματικό περιστατικό. Τα λέμε...

Γυρίσαμε.
Τους αφήνω σπίτι, και πάω να παρκάρω.
Επιστρέφω.

Η ταμπέλα έξω από την πολυκατοικία
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΕ ΠΛΑΣΙΕ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ ΦΥΛΛΑΔΙΩΝ

Μπαίνω και προχωράω προς το ασανσέρ.
Μια γυναίκα, γύρω στα 50, κακοντυμένη, με μια στοίβα φυλλάδια από φαγάδικο.
Την κοίταξα αδιάφορα, όπως κοιτάς πολλές φορές έναν ξένο

-Θα με μαλώσετε..;
Νόμιζα ότι παράκουσα.
-Ορίστε;
-Θα με μαλώσετε...; Σας παρακαλώ, μη με μαλώσετε, έχω δυο παιδάκια..

Σάστισα. Δεν είπα τίποτα.
Καταλαβαίνω το θέμα της ασφάλειας.
Και καταλαβαίνω ότι κάποιοι μοιράζουν διαφημιστικά,για ένα κομμάτι ψωμί...
Τι να διαλέξω?



Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΝΑΣ ΑΓΓΛΟΣ ΕΝΑΣ ΓΑΛΛΟΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ



Το ξέρω. Είμαι απαράδεκτος. Ντρέπομαι που το λέω αλλά μόλις πριν δυό μέρες εδέησα να επισκεφθώ το Μουσείο της Ακρόπολης. Τες πα ποτέ δεν είναι αργά. Έχω να σας πω εντυπώσεις, Για ακούστε...

Μπαίνοντας στο μουσείο της Ακρόπολης λοιπόν, σου φαίνεται σχεδόν απίστευτο πως οι σύγχρονοι κυβερνητικοί τραμπάκουλες κατάφεραν και έφτιαξαν κάτι τέτοιο. Στα συν τους αυτό έστω κι αν οι μισοί υπάλληλοι είναι Καλαματιανά φιλαράκια του Σαμ.

Είναι απίστευτο το δέος που αισθάνεσαι ερχόμενος σε πρώτη επαφή με τα εκθέματα. Σχεδόν νιώθεις ότι τριγυρίζουν γύρω σου οι αρχαίοι πρόγονοί μας ντυμένοι με χιτώνια. Το δέος κορυφώνεται όταν φτάνεις στον τρίτο όροφο όπου βρίσκονται τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Η ατμόσφαιρα είναι ως επι το πλείστον μυσταγωγική, όπου σχεδόν ντρέπεσαι να βγάλεις κουβέντα και όλοι μιλούν ψιθυριστά (εκτός απ τη Μαρίνα βέβαια..:Ρ)

Και να μην μπορείς να κρίνεις καλλιτεχνικώς αυτά που βλέπεις, μόνο από το μέγεθός τους καταλαβαίνεις ότι είναι σχεδόν απίστευτη η δουλειά που έκαναν κάποιοι πρόγονοί μας, πρίν 2500 χρόνια.

Μπροστά σε αυτό το μεγαλείο που θα το χαρακτήριζα σχεδόν θρησκευτικό, σου έρχεται στο μυαλό ότι κομμάτια αυτού του αριστουργήματος λωποδυτικά και ετσιθελικά βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο. Οι ξεδοντιάρηδες θεωρούν με το να συνεχίζουν να τα κατέχουν θα μπορούν να έχουν λίγη από τη λάμψη του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού.

Α ρε μαλάκες. Για κανα Μπέκαμ είστε και πολύ σας είναι. Προσωπικά αν ήμουν Άγγλος (φτου φτου) θα ένιωθα τεράστια ντροπή να μπω στο μουσείο και να δω να λείπει η μια Καρυάτιδα απ τις 6 και τα κομμάτια του αετώματος. Θα ένιωθα σαν να έκλεψα δυό κομμάτια από ένα τεράστιο αριστουργηματικό παζλ του γείτονα και τα κορνίζαρα στον τοίχο του σπιτιού μου. Μιλάμε για τέτοιο μέγεθος μαλακίας.

Το ίδιο βέβαια έχουν κάνει και οι απλυτομάσχαλοι γείτονες Γάλλοι, πιο ''πολιτισμένα'' βέβαια με την Αφροδίτη της Μήλου και τη Νίκη της Σαμοθράκης, όπου τα έχουν ως πιο σημαντικά εκθέματα στο μουσείο του Λούγκρου. Ελπίζουμε αυτά να τα πλένουν τουλάστιχον.

Και για να κλείσω, η γενική είσοδος για όλους ξένους και Έλληνες είναι 5 ευρώ τη στιγμή που οι Γερμανοί για το μουσείο Λουκάνικου (!) σε χρεώνουν 14 και τα σιχάματα οι Εβραιο Ολλανδοί σε χρεώνουν 17 για να δείς αντίγραφα του Βαν Γκογκ καθώς και συλλογές δονητών. Αν υπολογίσουμε την αντιστοιχία θα πρεπε να δίνουν τουλάχιστον 1000 το κεφάλι και λίγα λέω.

Αυτά που λέτε. Όσοι δεν έχετε πάει σας προτείνω ανεπιφύλακτα να πάτε. Και γρήγορα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να πουλήσει αύριο η κυβέρνηση. Εμπρός μαρς.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...