Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΩΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ. ΚΑΛΩΣ ΤΑ 3-0


Η ταυτότης μου που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται, γράφει Έλληνας ιθαγενής.
Εεεμ...ιθαγένεια Ελληνική, εννοούσα.
Άλλα εδώ που τα λέμε, την εποχή αυτή, δεν απέχει και πολύ το ένα από το άλλο.
Μάλλον, καλύτερα, θα έλεγα ότι το πρώτο υπερισχύει του δεύτερου.

Εγεννήθην λοιπόν, στον ευλογημένο τούτο τόπο, εν καιρώ ειρηνικό.
Πολύ κωλοφαρδία, αν αναλογιστούμε ότι ολόκληρη σχεδόν η Ελληνική ιστορία, είναι γεμάτη από πολέμους.
Γεμάτη από πολέμους λέγω, γιατί μας φθονούσαν και μας την πέφτανε εξαπανέκαθεν, όλοι αυτοί οι κακοί και άθλιοι Περσογερμανότουρκοι.

Μας φθονούσαν βεβαίως-βεβαίως, γιατί είχαμε τις πιο ωραίες παραλίες, τα πιο νόστιμα φαγιά, τις πιο ωραίες γκόμενες και γενικώς γαμούσαμε και δέρναμε στο ρελαντί.
Αλλά προσέξτε περικαλώ, δεν είμασταν μοναχοφάηδες. Όχι.
Θέλαμε να μοιραστούμε όλον αυτό τον πολιτισμό και στους υπόλοιπους μαλακοπίτουρες, των γύρω περιοχών.
Όπου οι γύρω περιοχές ήταν, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και η Ινδία. 

Και η Ινδία λέγω και μην απορείτε καθόλου, γιατί αν αναλογιστούμε ότι μπουκάραμε στην Τουρκία που ήταν γύρω περιοχή, μετά η Συρία ήταν δίπλα, άρα κι αυτή ήταν γύρω περιοχή.
Μετά και το Ιράν ήταν γύρω περιοχή και πάει λέγοντας.
Κι έτσι φτάσαμε εκεί κάτω στους Ινδιάνους, που κλάιν μάιν, δεν φτουράγανε τίποτα από πολιτισμό και είπαμε να φανούμε μεγαλόκαρδοι και να τους ανοίξουμε τα μάτια.

Έτσι που λέτε τους εκπολιτίσαμε κανονικότατα και Μακεδονικότατα και τους μάθαμε τι εστί μπουγάτσα.
Και η απόδειξη είναι, ότι μετά από όλον αυτό το συνουσιασμό που υπέστησαν, πήγαν κι έγραψαν το Κάμα Σούτρα.
Το πιάσατε;
Η αιτία ήμασταν εμείς το λοιπόν κι αν αυτό δεν είναι αναμετάδοση του πολιτισμού, τότε τι είναι, μη χέσω.

Έτσι που λέτε.
Με τα πολλά όμως, η ομάδα έκανε κοιλιά πότε-πότε και σε περιόδους ντεφορμαρίσματος, μας την πέφτανε διάφοροι άλλοι εκπολιτιστές, που και καλά είχαν κι αυτοί το δικό τους τεράστιο πρόγραμμα πολιτισμού και θέλανε με το ζόρι να μας το επιβάλλουν. Τι μαλάκες.

Και πρώτοι-πρώτοι οι Πέρσες.
Ήρθαν να μας κάνουν μαγκιές, ποιούς εμάς, που κάναμε πόλεμο για μια γκόμενα, 10 χρόνια.
Ρε πάτε καλά; Έχετε κάψει φλάντζα;
Κατεβάζετε ομάδα να παίξετε μπάλα με μας, που σε ματς προετοιμασίας, κατεβάζουμε dream team με Αχιλλέα, Οδυσσέα και δεν συμμαζεύεται;
Τροία θα φάτε!
Όπως κι έγινε που λέτε, αγαπητοί. Τα άρπαξαν τα γκολάκια απ' τον Μέσι της εποχής, τον Μεγαλέξανδρο.

Σειρά είχαν οι Ρωμαίοι, που 'ρθαν κι αυτοί να δοκιμάσουν την τύχη τους στο Καμπ Νόου. Oh, No.
Ήταν βλαμμένα τα παιδάκια.
Χάρηκαν για λίγο, κάναν κι αυτοί τα πολιτιστικά show τους με παρτούζες, κράσους, σταφύλια και μονομάχους στις αρένες.
Το σκορ έγραψε: Λιοντάρια-Χριστιανοί 7-0.
Μετά όμως ήρθε η θεία δίκη και ρούφηξαν με τη σειρά τους το μπαλάκι τους Βυζαντινά και Αεκτζίδικα.
Πήραν τον Δικέφαλον πούλον, που λέμε.

Και μετά από αυτή την πανωλεθρία των μακαρονάδων, προτελευταίοι στην ουρά, ήταν οι Τούρκοι.
Μεγάλοι εκπολιτιστές και τα μπάτζανακ. Αυτοί ήρθαν να μας μάθουν μαγειρική.
Ρε. Πού πα ρε Μαμαλάκη Τούρκε; Μα μαλάκες είστε.
Συγκρίνεται ρε, το να φτιάχνεις κεμπάμπ, με το να κόβεις μαρμαροκολώνες τη μία πίσω απ' την άλλη και μάλιστα ολόιδιες;
Αν είσαστε μάγκες ρε, φτιάχτε κι εσείς έστω δυό κεμπάμπ ολόιδια, να σας παραδεχτώ.
Άλλα ούτε αυτό δεν μπορείτε. Αει σιχτίρ. 

Τέλος πάντων που λέτε, δεν μπορούσαν τα παλικάρια.
Ούτε αυτοί, ούτε και οι τελευταίοι οι Φον Μπήχτεν οι Γερμανομαλάκες, που φανταστείτε, δύο τελικούς σε Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξαν κι αρπάξαν από τρία τεμάχια.
Αλλά αυτοί, εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους, μυαλό δεν έβαλαν. 

Και τώρα κάνουν την τρίτη και φαρμακερή προσπάθειά τους.
Τώρα το πάνε μέσω Λαμίας και θέλουν να το πάρουν το ματσάκι χωρίς όπλα και παπαριές.
Μας χτυπάνε στον ανεφοδιασμό. Θέλουν να λιμοκτονήσουμε και να 'ρθουν εδώ κύριοι.
Εμείς όμως, ένα έχουμε τους πούμε.
Ένα για να το εμπεδώσουν καλά: Ρε, δε μασάμε! Κυριολεκτικώς σίγουρα, αλλά και μεταφορικώς.
Κι αν θέλετε, τολμήσετε να κατηφορίσετε προς τα δώ.
Ξέρετε τι θα σας πούμε ε; ''Ρε καλώς τα παιδιά. Καλώς τα 3-0''...

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

ΠΙΤΣΑΡΑΔΕΣ



Ντριιιν τελέφωνον. Το γνωστό 211 αλλά 9 το βράδυ. Μπα λέω τράπεζα δεν είναι θα το σηκώσω.
- Γεια σας, ο κ Λαμπρίδης?
- Μάλιστα.
- Από Pizza fun τηλεφωνούμε.
- Α. Γεια.
- Σας παίρνουμε να σας ρωτήσουμε αν ήταν όλα εντάξει με την εξυπηρέτησή σας.
- E? Μα δεν πήρα καμιά πίτσα εγώ
- Ναι εννοούμε από τις παλαιότερες παραγγελίες σας αν ήσασταν ευχαριστημένος
- Που να θυμάμαι καλέ μου άνθρωπε έχω να φάω 2,5 μήνες πίτσα
- Δηλαδή τη νέα μας πίτσα με γέμιση chedar στη ζύμη δεν την έχετε δοκιμάσει?
- Όχι δεν είχα την τιμή.
- Ε τότε να σας στείλουμε μία κερασμένη. Θέλετε?
- Χα. Κέντα. Το συζητάς? Και βέβαια θέλω. Κερνάς και τις Κόκα κόλες?
- Εμ όχι.
- Μια σύνδεση Nova τουλάχιστον θα μου κάνεις?
- Ορίστε?
- Τίποτα. Λέω πότε θα τη στείλεις
- Όποτε θέλετε
- Α ωραία. Δε με παίρνεις αύριο που χει την Εθνική να το οργανώσω?
- Πάρτε μας εσείς. Η προσφορά ισχύει για 30 μέρες.
- Τι λες τώρα. Είστε πολύ μπροστά ρε παιδιά. Τα συγχαρητήριά μου στο μάρκετινγκ να πεις και να επεκτείνετε και στις Κοκα κόλες την προσφορά να μην τη φάμε ξεροσφύρι.
- Χεχε. Εντάξει κύριε Λαμπρίδη. Σας ευχαριστούμε.
- Τι λες φίλε μου. Εγώ σ ευχαριστώ. Να σαι καλά.
Γλανγκ. Κλείνει το τελέφωνον.
Συμπέρασμα: Έφτασε που λέτε κι ο καιρός που οι πιτσαρίες σε προλαβαίνουν και παίρνουν αυτές πριν καν σκεφτείς να παραγγείλεις. Και όχι μόνο αυτό, σου κερνάνε και την πίτσα. I Love Crisis....

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΨΟΥΡΑ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ


Κι είσαι που λες σε μια σχέση κι έχεις περάσει από όλα αυτά τα ωραία στάδια του έρωτα. Καψουρεύτηκες, είσαι ερωτευμένος, την αγαπάς, περνάτε ωραία και τα λοιπά και τα λοιπά. Έλα όμως που δυστυχώς, όλα τα όμορφα έχουν κι ένα τέλος. Και φτάνεις με τα πολλά στο στάδιο που όλα τα ροζ σου συννεφάκια γίνονται γκρίζα. Και ότι φαντάστηκες στην αρχή ότι θα συνεχιστεί κι ότι είναι ίσως ο έρωτας της ζωής σου με τη σιγουριά σου να πετάει στα σύννεφα, τελικά βρίσκεται να κάνει μπάνιο μες την αμφιβολία.

Και λες, εντάξει. Δε γαμιέται. Ας πλατσουρίσω εδώ και λιγάκι. Αλλά έλα που εκεί που κάνεις τις απλωτές σου νιώθεις να βυθίζεσαι. Και τι να κάνεις τώρα. Πως θα σωθείς; Δυστυχώς αγαπητοί φίλοι και φίλες όλοι έχουμε φτάσει σε τοιαύτην δυσάρεστον κατάστασιν. Την ώρα που θα πρέπει να ειπωθεί το τελευταίο αντίο. Και που δυστυχώς, ω ναι πρέπει να το πείς εσύ.

Πολλά σκυλοκαψουροτράγουδα έχουν ειπωθεί για τον χωρισμό. Για το χωρισμό λέγω, που προσέξτε όμως, η λεπτομέρεια είναι, ότι την γαλότσα την έχεις φάει εσύ από τον άλλο. Χωρίς να το θέλεις. Ποτάνα κενωνία άδικη. Και δώστου πόνος και δώστου Haig και δώστου κλάμα.

Συνεπαρμένοι όλοι μας, απ τον τόσο πόνο όμως, έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχει και το αντίπαλο δέος. Κι αυτό είναι το συναίσθημα που έχεις εσύ όταν χωρίζεις τον άλλο. Ίσως λιγότερο έντονος, αλλά δεν παύει να ναι πόνος. Ας πιάσουμε κι αυτόν λοιπόν τον τομέα, γιατί ο άλλος μετά τον Πλούταρχο, τον Καρρά και τελευταία τον Παντελίδη νομίζω ότι εξαντλήθηκε.

Έστω λοιπόν ότι βρίσκεσαι στην κατάσταση που θες να χωρίσεις. Τι κάνεις. Η επεξήγηση του θέματος επιβάλλει να διαχωρίσουμε κατ αρχήν τρείς συναισθηματικές κατηγορίες. Οι οποίες είναι:

Κατηγορία νούμερο ούνο: Μαλακοπίτουρας.
Είναι η περίπτωση του είμαι βασικά κάφρος. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το θέμα, είχα σχέση απλά για το πήδημα και ο δικός μου ή η δικιά μου νόμισε ότι είχαμε σχέση. Γενικότερα είμαι ένας άπονος σκατομαλάκας, που δείχνει την άγουσα για τα αποδυτήρια έτσι απλά και χωρίς δισταγμό, στον κακόμοιρο παίχτη που μόλις έκανε το ντεμπούτο του. Νταξει. Εδώ τι να πω. Αυτοί είναι και συνήθως οι τύποι που πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα, αφού νεαρά φροντίζει να τους φερθεί το ίδιο σκατά η οποία της είχε φερθεί άλλος πιο πρίν σκατά και τα λοιπά και τα λοιπά. Ο κύκλος της ζωής που λέμε. Τα σπασμένα βέβαια τα πληρώνουν κι άλλοι που δεν φταίνε και που τυχαίνει να πέσουν στο διάβα του. Χωρίζει με μήνυμα ανορθόγραφο, η εξαφανίζεται μια ωραία πρωία.

Κατηγορία νούμερο ντουέ: Αγγελό-πούλος.
Είναι η κατηγορία του μετέωρου βήματος του πελαργού. Μούχλα γενικότερα κι από σένα και απ τον άλλο. Ναι ίσως κάποτε να αγαπιόσαστε, αλλά η ρουτίνα, το στρες, η κρίση, η στύση, η Βίσση και δεν ξέρω τι άλλο, σας έφερε σε κατάσταση που κοιτάτε ο ένας τον άλλο, με το ίδιο ενδιαφέρον που θα είχε να βλέπεις μπογιά να στεγνώνει στον τοίχο. Εδώ τα πράγματα είναι πιο απλά και πιο πρακτικά. Χωρίς συναισθηματισμούς και άλλα αλμυρά, ο συναινετικός χωρισμός είναι γεγονός και απλώς βρίσκεσθε εις αναμονήν του ποιός από τους δύο θα ξυπνήσει μια μέρα και θα πει στον άλλο, ''ωχ εδώ είσαι συ ρε, σε ξέχασα. Δε χωρίζουμε μωρέ να πάει στο διάολο;''. Καλή περίπτωση, χωρίς συναισθηματικά κόστη, με θετικό ότι παίζει και καβατζοκατάσταση για αργότερα, λόγω του φιλικού κλίματος. Χωρίζει συνήθως απ το Facebook η και τετ α τετ

Περίπτωση νάμπερ θρε: Κλαψομουνίδης
Τη γουστάρεις ακόμα ναι. Κι αυτή σε γουστάρει. Αλλά δυστυχώς, γνώρισες κάποια που γουστάρεις περισσότερο. Κάνεις απέλπιδες προσπάθειες να αποφύγεις τον πειρασμό, όμως τελικά ενδίδεις. Και τι να κάνεις τώρα που σαι και καλό παιδί και δεν θες να το παίζεις σε οχτακόσια ταμπλό. Ε τι, αυτό που είπαμε. Χωρίζεις. Εδώ είναι και η πιο δύσκολη των περιπτωσουά. Πως ρε άπονε να της φέρεις ετούτονε τον ταμπλά στο κεφάλι; Τι παπαριά να σκεφτείς να πεις που να κάνεις τα πράγματα πιο ευκολοχώνευτα; Μαλακίες αγαπητέ. Τίποτα δεν πιάνει. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αφού την πήρες την απόφαση λοιπόν, σωστή η λάθος, καν το όσο πιο γρήγορα γίνεται, να γλιτώσεις κι εσύ κι ο άλλος μια ώρα αρχύτερα, από όλη αυτή την ψυχοφθόρα κατάστασιν. Χωρίζει συνήθως με γράμμα, συνοδευόμενο από λουλούδια.

Αυτές κατά βάσιν είναι οι περιπτώσεις που σας έλεγα. Αλλά δεν φτάνει μόνο να σας πω αυτό. Πρέπει να σας αναφέρω και το πως θα το πεις. Ε πως να το πεις με σήματα καπνού? Πρέπει να μιλήσεις. Με ποιον τρόπο θα βγάλεις από το στόμα σου τη λέξη αντίο. Για να δούμε μερικές περιπτώσεις που προαναφέραμε.

1) Τες α τετ. Στα ίσια που λέμε. Ε νταξ. Σιγά το νέο. Πας βγαίνεις ένα ραντεβού, λες εκεί τα διάφορα που σε απασχολούν η μη, βάζεις μπόλικες σάλτσες προσπαθώντας να κάνεις τη χυλόπιτα πιο εύγευστη. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο φίλε μου. Ότι και να κάνεις, το ότι ο άλλος σε ακούει να τον απορρίπτεις, δεν χωνεύεται ούτε με δύο βυτία σόδα. Οι αντιδράσεις του θα είναι φυσιολογικές, από το σου πετάξει στα μούτρα το Τζιν τόνικ, μέχρι να μην μιλήσει καθόλου και απλά να σε αφήσει να δεις στα μάτια του ότι αισθάνεται. Αυτό το τελευταίο είναι και το χειρότερο απ όλα. Καλύτερα να σε πυροβολούσε. Δεν παύει να είναι όμως και ο πιο ντόμπρος τρόπος αντιμετώπισης.

2α) Από το τηλέφωνο. Ε ναι. Απόσταση ασφαλείας. Μην σου χαλάσει και το καλό σου το πουκαμισάκι, αν η δικιά σου είναι νευρική, η αν είσαι κορίτσι, μη φας καμιά ξανάστροφη αν τα χες με ημισφίχτη και μετρήσεις δόντια. Τα αποτελέσματα είναι τα ίδια πάνω κάτω. Συνήθως λόγω απόστασης, είσαι και λίγο πιο επιθετικός-η αλλά θα πεις αυτά που χεις να πεις, χωρίς να χτυπηθείς συναισθηματικώς και από τα δύο στοιχεία μαζί. Της ακοής και της οράσεως. Ολίγον κοτίστικο, αλλά σε μερικές περιπτώσεις που έχεις κάνει μαλακία ολκής και δεν έχεις μούτρα, συνίσταται.

2β) Από το τηλέφωνο, αλλά με μήνυμα. Ε νταξ. Λίγο χλιμιτζουρεϊκο και πολύ κοτοπουλίστικο, εκτός και αν συντρέχουν άλλοι λόγοι. Εδώ δεν χρησιμοποιείτε ούτε η ακοή, ούτε η όραση παρά μόνο η ανάγνωση. Τουλάχιστον αν είσαι καλός στην ορθογραφία είναι ένα συν.

3α) Γράμμα. Πσσς κουλτούρα φάση. Πάει προς την τρίτη περίπτωση συναισθηματισμού, όπου ο νεαρός από ντροπή σε συνδυασμό με ολίγην δειλία και αρκετή ενοχή, αποφασίζει να αποφύγει τη σκόπελο της κατ ιδίαν συναντήσεως η της ακουστικής οδού κι αποφασίζει να κλείσει το όλο θέμα με ρομαντισμό, ακριβώς όπως το είχε αρχίσει. Καλό ακούγεται, αλλά το άσχημο είναι ότι ξέρεις και το ρητό verba volant scripta manent. Τα λόγια πετιούνται τα γραπτά μένουν. Και αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου σε περίπτωση επαναπατρισμού.

3β) Μήνυμα στο Facebook. Να τα μααας. Ηλεκτρονική χυλόπιτα. Το ζήσαμε κι αυτό. Γυρίζεις σπίτι, σκέφτεσαι, γράφεις, άμα γουστάρεις διορθώνεις, send και την άλλη μέρα τρως ένα διαδικτυακό μπινελίκι και remove from friends. Οκ. Απλά και καθαρά. Το χω κάνει κι εγώ. Το πιο δύσκολο σημείο είναι όταν σέρνεις το mouse, να κλικάρεις πάνω στο send. Είναι λες και έχουν περάσει τρεις χιλιετίες. Περιλαμβάνεις όλες τις συνέπειες της προηγούμενης εκδοχής, με θετικό μόνο το ότι μπορείς να διορθώνεις χωρίς μουτζούρες. Αυτά.

Εντάξει δεν θα σας αναλύσω την περίπτωση που βάζαμε τους φίλους μας να πούν να χωρίσετε, γιατί αυτό το κάναμε στο δημοτικό.

Πάνω κάτω που λέτε αυτά έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου και έχω ζήσει σε αρκετές περιπτώσεις είτε ως θύτης είτε ως θύμα. Το συμπέρασμα πάντως είναι ένα και το αυτό. Ότι και να γίνει όπως και να το σερβίρεις ή να στο σερβίρει το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Χωρισμός προ των πυλών. Αλλά μη μου στεναχωριέστε. Όλα σε αυτήν την ζωή για κάποιο λόγο γίνονται. Κι αν πείσεις τον εαυτό σου ότι γίνονται για καλό, τότε είναι πολύ πιθανόν το σύμπαν να συνωμοτήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Στο χέρι σου είναι.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

ΟΤΑΝ ΠΗΓΑΙΝΑΜΕ ΜΑΖΙ ΣΧΟΛΕΙΟ



Μετά λοιπόν από αρκετά χρόνια στο κουρμπέτι, αποφάσισα ότι ήρθε η ώρα να κάνω τον απολογισμό μου στο θέμα, ασθενές φύλο.

Ο ορισμός ''ασθενές φύλο'' να πω εδώ ότι είναι διφορούμενος, γιατί έκτος της γνωστής έννοιας που το ορίζει σαν ευαίσθητο, υπάρχει και δεύτερος, που προσδιορίζει τον υπαίτιο για αυτή την ασθένεια. Ποιά ασθένεια εννοώ?  Μα τον έρωτα φυσικά.

Τέλος πάντων, ο απολογισμός που σας έλεγα, δεν μπορώ να πω ότι είναι ολοκληρωμένος, γιατί δεν έχω δοκιμάσει ακόμα το σταθμό που λέγεται γάμος. Δόξα τον ύψιστο, στάθηκα τυχερός. Και αφού γλίτωσα και μπορώ να γράφω πια απελευθερωμένος, χωρίς τον φόβο της παντόφλας, είπα ας ξαναθυμηθώ τι εσυνέβη.

Που λέτε το ενδιαφέρον μου για τα κορίτσια ξεκίνησε εκεί γύρω στην ηλικία των 5. Απ' ότι θυμάμαι βέβαια. Ήταν η ηλικία που όλα τα αγοράκια είχαμε την απορία, γιατί τα τσουτσούνια μας φουσκώνουν το πρωί και ποια αυτή η χρησιμότης. Θα μάθαινα αργότερα. Ο έρωτας λοιπόν που λέτε, με χτύπησε πρώτη φορά κεραυνοβόλα εκεί. Στο νηπιαγωγείο.

Τι ωραίο και πρωτόλειο συναίσθημα, να ερωτεύεσαι για πρώτη φορά στη ζωή σου. Σου ρχεται ρε παιδί μου πως να το πω, σαν την περίοδο στα κορίτσια. Ξυπνάς μια μέρα και ωωωωωπ, θρίλερ. Έτσι και με τον έρωτα. Ξυπνάς μια μέρα και ωωωπ, να τονε ο αγγελόφτερος να πεταρίζει πάνω απ το κεφάλι σου και να σου ρίχνει βελάκια. Και σένα δεν σου χει ξανατύχει. Και λες, μα τι γίνεται τώρα γαμώτη μου. Εμένα με ένοιαζαν μέχρι τώρα, μόνο τα παγωτά και ο Ολυμπιακός, τι μου συμβαίνει; Τι να συμβαίνει φίλε μου. Γαμησέ τα. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

Που λέτε στο νηπιαγωγείο, το πρώτο βέλος το φαγα από μια κοπέλα που τη λέγαν Ναταλία. Δεν ξέρω για ποιο λόγο το παθα αυτό. Ούτε η πιο όμορφη ήταν, ούτε μιλάγαμε, αλλά το αγγελάκι που λέγαμε, αυτό αποφάσισε. Και μου την κάρφωσε στο δόξα πατρί. Μετά κατάλαβα, ότι μου έκανε ένα πρώτο κρας τεστ. Το θέμα αυτό δεν κράτησε και πολύ και ούτε τόλμησα βέβαια να πω η να κάνω τίποτα. Πέρασε στο ντούκου.

Το κυρίως κεραυνοβόλημα τό παθα 2 χρόνια μετά με τη Δήμητρα. Η Δήμητρα ήταν το αστέρι του σχολείου. Μας έριχνε δυό κεφάλια ολωνών. Αφού να φανταστείτε, σε ηλικία 2ας δημοτικού, ήταν στο ίδιο ύψος με το δάσκαλο. Άλογο. Το παράλογο ήταν, ότι είχα την ελπίδα ότι θα την έριχνα. Τι να ριχνα, που μόνο με woki toki θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Τες πα βολεύτηκα με το να την ερωτευτώ. Έτσι απλά και χωρίς υστεροβουλία.

Και τότε, τόλμησα να το εξομολογηθώ στη μαμά μου. Δηλαδή δεν το εξομολογήθηκα. Με ρώτησε: Παναή, κορίτσι έχεις; Δηλαδή μου κανε την κλασική ερώτηση, που κάνουν οι γονείς για να τεστάρουν αν το παλικάρι τους, βγήκε αδερφή ή όχι. Και εγώ απάντησα: Nαι. Τη Δήμητρα. Δεν είχε βέβαια καμία σημασία, ότι αυτή δεν ήξερε καν ότι με ενδιαφέρει.

Αυτό μου άρεσε σ αυτήν την ηλικία. Άπαξ και γούσταρες γκόμενα, ήταν και δική σου. Τέλος. Κι ας μην συμφωνούσε αυτή. Α ρε τι ωραία χρόνια. Ούτε χυλόπιτες ούτε τίποτα. Όλος ο κόσμος έμοιαζε υπέροχος γιατί μπορούσες να τον πλάσεις στο κεφάλι σου όπως εσύ ήθελες.

Που λέτε η Δήμητρα απλησίαστο και λόγω ύψους. Που πας ρε Καραμήτρο, αναρωτήθηκα αργότερα.  Όμως τότε δεν με ένοιαζε η ανταπόκριση που είχα απ το θέμα που με απασχολούσε, όπως προανέφερα. Εμείς ήμασταν ερωτευμένοι, τελεία και καύλα. Και περνούσαν οι μήνες κι έμενα εκεί. Με την φαντασίωση μου παρέα. Ώσπου στο τέλος της χρονιάς, το σχολείο διοργάνωσε εκδρομή μονοήμερη στο Δήλεσι.

Τότε που λέτε, είχα την ατυχή συγκυρία να χω σπάσει για πρώτη φορά το χέρι μου. Το δεξί, το καλό. Ο κουλός εραστής. Αλλά τι να κάνω, να χανα την εκδρομή; Πήγα. Τέλος πάντων ωραία ήταν και στην επιστροφή καθόμουν γαλαρία, όπου είχα κάτσει μόνος μου ήσυχα να παίξω ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι σαν τα σημερινά Νintento, αλλά σε Νεάντερταλ version, που λεγόταν, ''Tα πουλιά''. Εγώ δηλαδή το χα βγάλει έτσι, γιατί ήταν κάτι πουλάκια που έριχναν αυγά απ τον ουρανό κι εσύ έπρεπε να προλάβεις να τα μαζέψεις.

Εκεί που έπαιζα λοιπόν το πουλάκι μου, εεεμ το ηλεκτρονικό εννοώ, να σου απ το βάθος του διαδρόμου, να πλησιάζει σαν οπτασία. Ποιά; Αυτή με τα ροζ κοκαλάκια. Η Δήμητρα. Ήρθε και έκατσε δίπλα μου, να δεί πως το παίζω. Το ηλεκτρονικό. Τα παμε. Εγώ τι να πω. Πήγα να πάθω εγκεφαλικό στην ηλικία των 7. Μούδιασα ολόκληρος κι από το παιδικό μου κορμί, περνούσαν ρίγη νηπιοκαψούρας, κάθε μισό χιλιοστό του δευτερολέπτου. Όταν δε άγγιξε και το μπράτσο της στον ώμο μου, εκεί κόντεψα να μείνω.

- Και για πες, τι προσπαθείς να κάνεις σ αυτό το παιχνίδι τελικά Πάνο;
- Εεεε ναα Δήμητρα, εεε τα πουλάκια εδώ, εεε πετάνε αυγά και μετά εεε εγώ πρέπει να τα πιάσω, εεε όχι τα πουλιά, τα αυγά και ύστερα να πατήσω αυτό το πουλί, εεε δηλαδή το κουμπί για να μαζέψω όσα περισσότερα αυγά γίνεται και μετά να τρέξω πίσω στα κουμπιά, εεε δηλαδή στα πουλιά και να προλάβω μην ρίξουν τα χόρτα πάνω στα αυγά εεε δηλαδή τα αυγά πάνω στο χορτάρι. Αυτό. Τίποτα άλλο.

Αυγάματα. Έγινα ο αντιπρόεδρος του Εδεσσαικού. http://www.youtube.com/watch?v=YPa88zWlVJM. Έχασα τα αυγά και τα πασχάλια που λένε. Καθόταν δίπλα μου και μου μιλούσε. Oh god. Και με άγγιξε. Πάει. Πήρα δουλειά για το σπίτι. Μα τι λέω, τι λέω τι λέω, τι πικρές σκέψεις κάνω και κλαίω. Ποιό σπίτι. Τότε ήταν ακόμα νωρίς. Δεν ξέραμε καν τι να κάνουμε με το τυρογαριδάκι που χαμε ανάμεσα στα πόδια μας. Και κατά συνέπεια, δεν μπορούσαμε και να ξεδώσουμε. Περιοριζόμασταν απλά να ταξιδεύουμε πάνω στο ροζ συννεφάκι μας, παίζοντας το πουλάκι μας σε ηλεκτρονικές version.

Μετά από αυτή την ιστορία και προς το τέλος του Δημοτικού, ξεψάρωσα ολίγον τι. Και είπα να βάλω μπροστά τα μεγάλα μέσα. Και προχώρησα στις πράξεις, αφήνοντας πίσω τα λόγια. Όταν τελείωνε το σχολείο λοιπόν, είχα σταμπάρει γειτόνισσα συνομήλικη σε απέναντι μπαλκόνι, την Ιωάννα. Η Ιωάννα ήταν η πρώτη ξανθιά που μου άρεσε. Μεγάλε μου. Δεν ήξερες δεν ρώταγες. Με εντυπωσίασαν όμως τα χρυσαφένια μαλλιά της. Ήταν κάτι που δεν το βλεπες εύκολα στο Δημοτικό, γιατί ως γνωστών στα οκτώ σου χρόνια δύσκολα πείθεις τη μαμά σου να σου περάσει το EO υπερξανθό της Garnier. Αργότερα εντάξει. Τα βαψε κι η κουτσή Ιωάννα.

Το Ιωάννα λοιπόν, κάτι είχε πάρει γραμμή και μόλις σχολάγαμε, στεκόταν αυτάρεσκα στο μπαλκονάκι της, ως άλλη Ιουλιέτα και περίμενε τον Ρωμαίο να περάσει από κάτω. Ο κοντός Ρωμαίος, πέρναγε που λέτε από κάτω και με κίνδυνο της ζωής του, έκοβε λουλούδια απ τους γύρω κήπους και της τα πέταγε στο μπαλκόνι. Αυτή χαιρόταν βέβαια, έστελνε αέρινα φιλάκια, αλλά από τηγανίτα τίποτα. Κι έτσι αυτός ο Πλατωνικός έρωτας, συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος του σχολείου, με τον Καγκουρωμάιο, να πυροβολεί άσκοπα με άνθη, το μπαλκόνι της Ιουλιέτας.

Κι η ιστορία λαμβάνει τέλος κάπου εδώ. Ελπίζω να παρατηρήσατε μέσα από αυτές τις επι προσωπικού εμπειρίες, το πόσο αγνές, ευγενικές και πάνω απ όλα ανιδιοτελείς ήταν οι προθέσεις μας. Κι αυτό γιατί ακόμα σκεφτόμασταν με το πάνω κεφάλι. Ο μπήχτης μέσα μας ξύπνησε αργότερα. Όταν τα πράγματα άλλαξαν άρδην και το κάτω κεφάλι μπήκε στο παιχνίδι. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία που θα σας την περιγράψω στις αμέσως επόμενες μέρες. Θα σας πω για τότε που άρχισαν τα πραγματικά γυμνάσια. Στο Γυμνάσιο.

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΝΑΙ


Η ζωή λένε, είναι μόνο στιγμές και τίποτε άλλο.

Ναι είναι. Και το καλοκαίρι είναι η εποχή που έχει τις ωραιότερες. Τις ωραιότερες και τις πιο έντονες.

Δυστυχώς όμως όλα τα όμορφα κάποτε έχουν ένα τέλος. Έτσι κι αυτό το καλοκαίρι. Σιγά σιγά τελειώνει. 
Οι στιγμές του όμως, θα μείνουν ανεξίτηλες μέσα στο μυαλό και την καρδιά. 
Μέσα από εικόνες, σημάδια, ήχους, αρώματα και συναισθήματα. 
Για τον καθένα από μας ίσως να 'ναι και διαφορετικά. Η γεύση που αφήνουν όμως είναι ίδια. Γλυκιά και αξέχαστη. 
Που θα μας κάνει να περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο.

Γιατί μας αρέσουν οι γλυκιές γεύσεις. 
Γιατί μας αρέσουν οι όμορφες στιγμές. 
Γιατί μας αρέσουν τα χαμόγελα. 
Και το καλοκαίρι είναι όλα αυτά.

Το καλοκαίρι είναι...

Το χαμόγελο που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο σου, όταν κρατάς στο χέρι σου τα εισιτήρια του πλοίου.
Να σε πάρει ο ύπνος στο κατάστρωμα μέσα σε sleeping bag, ενώ το αεράκι σου χαϊδεύει το πρόσωπο.
Η πρώτη ρουφηξιά του καφέ το πρωί στο πλοίο, ενώ βλέπεις το νησί να πλησιάζει μπροστά σου.
Η ανυπομονησία που σε πιάνει στη διαδρομή από το λιμάνι, μέχρι στο σπίτι στο χωριό.
Να βρεις τη γιαγιά σου να σε περιμένει στο κατώφλι.
Η πρώτη πατημασιά στην άμμο της παραλίας.
Να χει ποτίσει με αρμύρα το δέρμα σου.
Η πρώτη γουλιά ούζο στην ταβέρνα.
Να σε βρει ο ήλιος μεθυσμένο το πρωί, πάνω σε μια ξαπλώστρα.
Να σε πονάνε τα πόδια σου από το περπάτημα στα βότσαλα.
Το άρωμα από τα νυχτολούλουδα.
Η μυρωδιά του αντηλιακού στο δέρμα σου.
Να ρίξεις πετονιά από ένα βραχάκι και να χαζεύεις το πέλαγο. 
Να γυρίσεις από τη θάλασσα και να γεμίσεις με άμμο το πάτωμα.
Να μαζέψεις άσπρα βότσαλα στην παραλία.
Να σε βρει το ξημέρωμα στην ακρογιαλιά, ακούγοντας μόνο μια κιθάρα και το κύμα.
Τα άσπρα σημάδια στο σώμα σου απ το μαγιό.
Τα ζεστά φιλιά.
Να κάτσεις σε ένα τραπέζι με φίλους που ξέρεις από παιδιά, να πιείτε ούζα.
Το κόκκινο ζουμί από τη ντομάτα στη χωριάτικη.
Να σε περιμένει κάθε απόγευμα μια γατούλα στην αυλή για να την ταΐσεις.
Να πιεις ένα δίσκο γεμάτο σφηνάκια τεκίλα με τους φίλους σου.
Να γυρίσεις σπίτι πάνω σ' ένα μηχανάκι τρικάβαλο.
Να ξαπλώσεις σε ένα μπαλκονάκι το βράδυ και να σε πάρει ο ύπνος μετρώντας τα αστέρια.
Να βουτήξεις στη θάλασσα, ενώ έχεις γίνει μούσκεμα παίζοντας ρακέτες.
Να βρεις την ταβέρνα που φτιάχνει τους καλύτερους κεφτέδες.
Να φας μια βάρκα καρπούζι με το κουτάλι.
Να κάνεις μπουγάδα μέσα σε μια λεκάνη στο χέρι.
Να γίνεις μούσκεμα πάνω σε μια βάρκα, ενώ προσπαθείς να πιάσεις καλαμάρια.
Να γεμίσουν καπνό τα ρούχα σου, καθώς ανάβεις φωτιά στην παραλία.
Η μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια.
Να σκεπάζεσαι το βράδυ με τα σεντόνια snoopy που είχες από μικρός.
Να σε πιάσει μια ακατανίκητη επιθυμία να ερωτευθείς.
Οι αληθινές αγκαλιές.
Μια γρατζουνιά στο πόδι σου από ένα βραχάκι στη θάλασσα.
Να μην ξέρεις τι μέρα είναι και να μη σε νοιάζει κιόλας.
Να περπατήσεις ξυπόλητος στους δρόμους του χωριού.
Τα γεμιστά της γιαγιάς. 
Να κόψεις φρέσκια ρίγανη απ το δρόμο.
Να σε πάρει ο ύπνος το μεσημέρι κάτω από ένα δέντρο, ακούγοντας μόνο τα τζιτζίκια.
Να παίξεις μπουγέλο με μπύρες ένα ζεστό βράδυ στην παραλία.
Να σου κολλήσει στο μυαλό ένα τραγούδι, που να σου θυμίζει το συγκεκριμένο καλοκαίρι για πάντα.
Ένα χαζό βραχιολάκι που αγόρασες και θα το φοράς μέχρι να λιώσει στο χέρι σου.
Να βρεις ένα άσπρο κοχύλι στο κύμα.
Να μαζέψεις σύκα ένα μεσημέρι από το δέντρο του γείτονα.
Να γυρίσεις ένα απόγευμα όλη την παραλία με ένα ποδήλατο.
Να σου στάξει ένας λεκές από παγωτό στο μπλουζάκι σου.
Να αγοράσεις ζεστό ψωμί στις 4 το πρωί από το φούρνο του χωριού.
Να σε βρει ερωτευμένο η πανσέληνος του Αυγούστου.
Να χαζεύεις με νοσταλγία, το κύμα που αφήνει πίσω του το πλοίο στην επιστροφή.
Να γυρίσεις στο σπίτι σου στην πόλη και να έχεις ακόμα άμμο στα παπούτσια.
Να νιώσεις τόσο γεμάτος ώστε να μπορείς να αντέξεις αμέτρητους χειμώνες.
Καλοκαίρι είναι η ζωή σε μια κουταλιά....

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

ΟΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ''ΠΟΝΤΙΚΙ''

 
Έχω μια φίλη που λέτε, την Ισμήνη, η οποία με την τεχνολογία κάτι παθαίνει. Της λες για υπολογιστή βγάζει σπυράκια. Smart phones; Θεός φυλάξει. Facebook; Μου χε πει ότι αν ξαναπώ αυτή τη λέξη θα με πυροβολήσει.

Ε προσπάθησα μερικές φορές με το καλό, να της εξηγήσω τα οφέλη που έχει η τεχνολογία.

- Ρε συ Ισμήνη της λέω, η μουσική σ αρέσει;
- Μ αρέσει, μου λέει.
- Τα βιβλία σ αρέσουν;
- Μ αρέσουν, μου λέει.
- Να μιλάς με κόσμο, να διαβάζεις ειδήσεις, να ανακαλύπτεις νέα πράγματα σ αρέσει;
- Μ αρέσει, μου λέει.
- Ε τι στον πούτσο δεν σ αρέσει ρε Ισμήνη, σε αυτό τον γαμημένο τον υπολογιστή, πες μου! Όλα αυτά που σ αρέσουν, τα χει μέσα.
- Δεν ξέρω ρε Πάνο, μου λέει. Δεν το χω με τους υπολογιστές.
- Δεν το χεις ε; Ρε συ μπας και φοβάσαι το ποντίκι; Μην φοβάσαι βρε κουτό, ψεύτικο είναι...

Έτσι που λέτε η Ισμήνη. Σμήνη φοβιών έρχονται και την βομβαρδίζουν, κάθε φορά που βλέπει οθόνη. Αλλά να σας πω τι έχει; Δεν είναι οι υπολογιστές. Ούτε τα τηλέφωνα. Ούτε τίποτα. Tεχνοφοβία έχει το μανάρι μου.  

Τι ειν τούτο θα μου πείτε. Να σας πω. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος το λοιπόν εξαπανέκαθεν, δεν κατάφερε ποτέ να βγάλει την συντηρητικίλα από πάνω του. Τα παλαιά τα χρόνια, αν ήσουν συγγραφέας και τολμούσες να γράψεις με πένα, όταν όλοι έγραφαν με φτερό χήνας, θα σε ξεπουπουλιάζαν. Το ίδιο θα πάθαινε αργότερα κι αυτός που αγόρασε γραφομηχανή και πέταξε την πένα. Και για να μην μακρηγορώ, τα ίδια Παντελάκη μου και στον καημένο που έκλεισε σ ένα συρτάρι τη γραφομηχανή και αποπειράθηκε να γράψει σε υπολογιστή. Απεταξάμην. 

Κι εγώ ο αντίχριστος σε υπολογιστή γράφω. Μπροστά σε μια 24ιντση Samsung με ασύρματο πληκτρολόγιο ο ποταπός. Στην κόλαση θα πάω το ξέρω. Αλλά γουστάρω. Γιατί; Είναι πολύ απλό. Δεν κάνω μουτζούρες.
Και να πω και μια μαγική λέξη; Backup. Δεν θα τα χάσω ποτέ μου. 

Η Ισμήνη το ξέρω, θα επικαλεστεί τον συγγραφικό οίστρο, που θα την πιάσει μόνο όταν βλέπει το ηλιοβασίλεμα, ακούγοντας το απαλό κυματάκι να χαϊδεύει γλυκά τα φιλντισένια βότσαλα. Ω ναι. Τους αχινούς να προσέχει μόνο. 

Τες πα. Γουστάρει να γράφει σε χαρτί; Μαζί της. Όπως τη βρίσκει ο καθένας. Όμως ας πάμε σ άλλο θέμα. Eπικοινωνία. Ακόμα θυμάμαι το ύφος που είχε, όταν πρωτοπήρα κινητό. Η συνάντηση με τον εξορκιστή. Με τα χίλια ζόρια την έπεισα να πάρει ένα μετά από 8 χρόνια, που αν δεν το χρειαζόταν στη δουλειά , δεν θα χε πάρει ακόμα. Μάλλον με σήματα καπνού θα μιλούσαμε.

Την έχω παρατηρήσει επίσης, κάποιες φορές που μόλις ακούει οτιδήποτε για επαφή εκτός του τετ α τετ, αναφωνεί: ''Απαπα. Αυτό αποξενώνει τον κόσμο''. Ω αλήθεια; Να σε ρωτήσω ρε συ Ισμήνη. Πριν κινητών, υπολογιστών κλπ κλπ μίλαγες περισσότερο με τους φίλους σου; Με τα ξαδέρφια σου στο χωριό; Με τη θεία σου στην Αμερική; Μήπως είχες περισσότερους φίλους; Α όχι. Χέσε με Ισμήνη.

Ισμηνάκι μου, άκου, με πολύ αγάπη στα λέω. Όταν έρχεται η τεχνολογία με τα εργαλεία της δεν είναι ανάγκη να την φοβάσαι. Δεν είναι ο οδοντίατρος. Τα εργαλεία από μόνα τους είναι ουδέτερα. Η τεχνολογία θα στα δώσει κι εσύ είσαι αυτή που διαλέγεις τον τρόπο που θα τα χρησιμοποιήσεις. Όταν τα μάτια σου έχουν γίνει σα πεπόνια στον υπολογιστή και όταν το αυτί σου έχει καεί στο κινητό δεν φταίνε αυτά τα γαμημένα σε τίποτα. Εσύ φταις που έχεις πέσει με τα μούτρα.

Κοίτα, σε καταλαβαίνω. Μην το πάρεις στραβά. Κι εγώ τώρα που περάσαν τα χρόνια και βλέπω τους πιτσιρικάδες με tablets, να ακούνε Justin Βieber και να χώνονται μέσα στα Internet Cafe να παίξουν διαδικτυακό πόλεμο, μου ρχετε κάπως. Δεν είναι ανάγκη όμως να το αφορίσουμε. Κι εμάς οι μανάδες μας θυμάμαι όταν παίζαμε με το Atari και ακούγαμε Michael Jackson μας κοιτάζανε υποτιμητικά θεωρώντας ότι αυτοί ακούγοντας κλαρίνα, ξέραν να διασκεδάζουν καλύτερα. Οι εποχές όμως περνούν, κάθε γενιά έχει τα δικά της βιώματα. Καλύτερα, χειρότερα, τα έχει. Δεν μπορείς να τα κρίνεις γιατί δεν βρέθηκες στην ηλικία για να τα ζήσεις. Αντιμετώπισε΄τα με χαμόγελο λοιπόν και με περιέργεια. Και που ξέρεις. Ίσως κάτι απ όλα αυτά τελικά σου φανεί χρήσιμο... Έτσι Ισμηνάκι μου;

Υ.Γ. Αν δω πάντως γκόμενα με Iphοne, εμφυτευμένο στην παλάμη θέλω να τη χτυπήσω. Άσχετο αλλά ήθελα να στο πω...

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

ΜΠΑΡ ΟΥΕΣΤ

Μια φορά κι ένα καιρό σ ένα μακρινό νησί του Αιγαίου, ζούσε ένα όμορφο άσπρο άλογο. Περνούσε που λέτε ανέμελα τη μέρα του στα χωράφια, τρώγοντας  πίνοντας και βολτάροντας all around. Μια ανοιξιάτικη μέρα όμως βαρέθηκε στο χωράφι, ε και τι να κάνει, είπε να κατέβει στο διπλανό χωριό να μπει σ ένα μπαρ να πιεί μια μπύρα... Ε τι λέτε? Γαμώ δεν αρχίζει το story?


Λοιπόν αν νομίζετε όμως ότι αυτό είναι η αρχή από ανέκδοτο εγώ θα σας πω αγαπητοί μου αναγνώσται, ότι δυστυχώς επέσατε όξω. Η ιστορία είναι πέεεερα για πέεεερα αληθινή και ολοζώντανη όπως ήταν το καημένο το αρνάκι πριν θυσιαστεί στο βωμό της σούβλας του Πάσχα. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα απ την αρχή.


Άλλο ένα Πάσχα λοιπόν στο γνωστό αγαπημένο μας νησί, τη Λέσβο και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην βγει νέα ιστορία από την φετινή επίσκεψη. Θα έπαιζα και τα ρέστα μου.

Στο χωριό μου, τη Βρίσα Λέσβου λοιπόν, έχω ένα φίλο που τα ίχνη του δεν έχω χάσει, το Θανάση. Και που όπως λέει και το γνωστό άσμα έχει και στέκι. Το στέκι του Θανάση λοιπόν είναι το ίντερνετ καφέ που διατηρεί στο κέντρο του χωριού το επονομαζόμενο και καφέ ''Καρμα''. Χάρμα. τίτλος δεν είναι  τυχαίος αφού το χε το πεπρωμένο μας να ζήσουμε εκεί δυο βραδιές ανεπανάληπτες.  Και εξηγώ.

Την Κυριακή του Πάσχα λοιπόν σαν ευσεβείς χριστιανοί είπαμε να τηρήσουμε τα έθιμα. Ε και πήγαμε να παίξουμε χαρτιά. Χμ ναι. Αυτό είναι την Πρωτοχρονιά ε?  Αλλά δε γαμιέται. Δεν φτάνει που τα κάνουμε, πρέπει να τα τηρούμε με τη σειρά? Το λοιπόν. Πάμε που λέτε στο καφέ του Θανάση το βραδάκι να παίξουμε μια παρτίδα πόκερ.


Όλα καλά μέσα στο μαγαζί, το χουμε στρώσει οργανωμένα με τις μάρκες μας τα Heig μας και τα λοιπά παρελκόμενα. Let the game begin.

Μέσα στο μαγαζί εκτός από μας όμως υπάρχουν και παιδιά που ζουν στο χωριό κι έχουν φάει το χειμώνα με το κουτάλι. Ε κι όταν μένεις σε ένα χωριό με 300 κατοίκους το χειμώνα τι κάνεις? Ε τι κάνεις. Πίνεις. Λογικό. Εγώ αν έμενα πιθανόν να άρχιζα το LSD αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα σχολιάσω σε άλλο κείμενο γιατί η αλήθεια είναι ότι μου χει περάσει κι απ το μυαλό.

Λοιπόν τι λέγαμε. Α ναι. Πιόμα. Ε ναι. Και αν το συνδυάσεις με Κυριακή του Πάσχα αυτό προσδίδει και το κάτι παραπάνω στην ποσότητα.



Εκεί λοιπόν που παίζαμε τις παρτιδούλες μας, τα παλικάρια απ έξω έχουν πιει τις μπυρίτσες τους, φωνάζουν λιγάκι, πετάνε κάτι βεγγαλικά που χαν ξεμείνει από την Ανάσταση και γενικά η κατάσταση μυρίζει ολίγον μπαρούτι.  Εμείς μέσα στο μαγαζί συνεχίζουμε την παρτίδα, καθώς και οι υπόλοιποι πελάτες που πίνουν ήσυχα τα ποτάκια τους.

Ξαφνικά μέσα στο σαλούν, εεμ εννοώ μέσα στο καφέ, μπουκάρει ένας πιστολέρο, εμμ ένα παλικάρι εννοώ  αλαλάζοντας, αρπάζει ένα μπουκάλι μπύρα το σκάει στο πάτωμα και φεύγει. Έτσι απλά…

Εμείς κάγκελο. Οι υπόλοιποι στα παπάρια τους. Απλά τον κοιτάζουν για λίγο, δεν λένε τίποτα και συνεχίζουν απτόητοι να κάνουν ότι έκαναν. Μόνο μια κοπελιά σηκώνεται απ τη θέση της, σκουπίζει τα γυαλιά και αυτό. Εμείς τι να πούμε. Απορούμε με την ψυχραιμία των υπολοίπων. Αλλά όχι δεν αντέχω. Θα ρωτήσω το Θανάση:


- Που σαι Θανάση
- Έλα
- Ρε Θανάση τι έπαθε αυτός?
- Τίποτα. Μοίραζε...
    Μάλιστα. Ουδέν σχόλιον απ τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Ε και τι να κάνω εγώ τώρα. Να τον επιέσω? Και έτσι απλά μοίρασα. Αλλά δεν είχα καλό προαίσθημα για τη συνέχεια. Και το μάτι μου την υπόλοιπη ώρα ήταν καρφωμένο στην πόρτα ω σαν παλαίμαχος καουμπόης. Σκεφτόμουν το ενδεχόμενο να έσκαγε ο παλίκαρος με καμιά καραμπίνα αργότερα. Ε να μην έχω το νου μου? Έχω σταμπάρει κι ένα τάβλι πάνω αριστερά γωνία άμα δω τα δύσκολα να το αρπάξω για άμυνα.


Τες πα συνεχίζουμε το παιχνίδι. Έξω απ το μαγαζί τα πράγματα έχουν αρχίσει και γίνονται ολίγον θερμότερα διότι γείτονας έχει αρχίσει και ενοχλείτε απ τον όλο συνδυασμό, βεγγαλικά, φωνές, είναι 2 το πρωί, είμαι και τσατίλας και όπως καταλαβαίνεται δεν θα αργούσε να εκραγεί. Και έκανε το μπαμ. Με νερό. Πήγε και πέταξε σε μεθυσμένο ένα κουβά νερό απ το μπαλκόνι. Πανέξυπνο. Αυτός άρχισε και τις Παναγίες που τις είχε εύκαιρες λόγω Πάσχα και τελικά ο γείτονας κατέβηκε κάτω.  Αποτελέσματα: Δυο σπασμένα ποτήρια, ένα σπασμένο μπουκάλι μπύρα, μια κατεβασμένη κουρτίνα, μπινελίκια, μπουκέτα και είκοσι ράμματα στο χέρι. Τέλεια.



-Χρίστο πα να φύγουμε.-Κάτσε ρε μαλάκα κάτω-Τι να κάτσω ρε μαλάκα, να περιμένω αν θα ρθει με τανκς ο γείτονας, με κοροϊδεύεις?-Κάτσε να τελειώσει να φύγουμε.-Εμάς μην τελειώσει. Ουφφφφφ. Οκ. Αντε, ας κάτσω


Και κάθομαι. Έρχεται κι ο Θανάσης.
-Άντε, καθίστε να παίξουμε.
-Τι να παίξουμε? 
Τις ζωές μας? Που ειν το πιστόλι για τη Ρώσικη ρουλέτα? Τι λες μωρέ?
-Κάτσε ρε. Είναι συνηθισμένα αυτά εδώ πέρα
-Α ναι? Δηλαδή εσείς κάθε πρωί ξυπνάτε κι αν δεν έχετε τι να κάνετε παίζετε φάπες? Ρε πούστη μου που βρέθηκα? Στο χωριό του Αστερίξ?
- Ας τις μαλακίες και κάτσε
Τελικά ούτε οι υπόλοιποι ήθελαν να κάτσουμε. Και φύγαμε.  Νταξ. Τι να πω. Να πω αυτό, ότι δεν μου κανε εντύπωση ο καυγάς, έχω βρεθεί και σε χειρότερους. Εντύπωση μου κανε ότι στο τέλος τα παλικάρια μας ζήτησαν συγγνώμη για την ενόχληση και ότι αυτά είναι συνηθισμένα πράγματα εδώ πέρα. Α ωραία. Μια χαρά. Να ρθούμε κι αύριο τότε. Με πανοπλία…




Κι όμως. Πήγα και την άλλη μέρα. Σε τρώει ο κώλος σου θα μου πείτε μεγάλε. Όχι δεν μ έτρωγε, αλλά ok. Ο Θανάσης είναι φιλαράκι απ τα λίγα και εντάξει έτυχε και πέσαμε σε καυγά, αυτός τι έφταιγε. Είχαμε κλείσει και τραπέζι από την προηγούμενη μέρα γιατί θα έφερναν και όργανα για το πανηγύρι του Αγ. Γεωργίου και εντάξει, δεν πίστευα ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι πιο extreme απ το χτεσινό. Κι όμως. Έγινε…



Πάμε που λέτε την επόμενη μέρα στο τραπέζι. Να τα ουζάκια να τα κρασάκια, να τα τσίπουρα Δράμας που μας είχε προμηθεύσει ο ξά Χριστόφορος και ιδού η πιο όμορφη μέρα του Πάσχα που λέει κι η φίλη μου η Πέλλη η οποία δοκίμασε το τσίπουρο κι έγινε το αγαπημένο της ποτό όλων των εποχών.



(Σ' αυτήν είναι με βότκα αλλά οκ. Ήταν ωραία ζαβή φώτο και την έβαλα..:Ρ)
Τα όργανα παίζουν ανελλιπώς κι ας αρχίσουν οι χοροί. Και να σου η Μαρία η σύζυγος του Θανάση, που είπε να σύρει το χορό. Κι ο Θανάσης τι να κάνει? Το καθήκον του. Ως αφοσιωμένος σύζυγος έπρεπε τουλάχιστον να χτυπά παλαμάκια. Αλλά τι παλαμάκια και μαλακίες. Εδώ είναι Βρίσα Λέσβου ρε και όταν χορεύει η γυναίκα μας, πετάμε μια κούτα σαμπάνιες στην πίστα να ουμ. Χαμούρες Γερμανοί. Βάλτε τα κι αυτά στο χρέος.



Ε και δεν πέταξε μία. Πέταξε τρεις τέσσερις κούτες, γιατί είμεθα και large. Με τα πολλά και μετά από αρκετά ούζα τι να κάνουμε, περάσαμε στο επόμενο επίπεδο μαλακίας. Αφού ο ξα δοκίμασε να ανέβει σε ένα τραπέζι το οποίο το σπασε, είπαμε να φέρουμε στην πίστα ένα άλογο μπας κι αυτό αντέξει. Και να το...


Τα άλογα να σας πω εδώ, είναι παράδοση στο χωριό μας να τα βγάζουμε έξω στο πανηγύρι του Αγ. Γεωργίου, όπου εκτός του γεγονότος ότι ανεβαίνουν τα παιδιά του χωριού, πάνω στη σέλα και χορεύουν, τα ποτίζουν και ολίγον ούζο. Αλλά αυτή τη φορά δεν μας έφτανε μόνο αυτό.

Η μαλακία εξελίσσεται και τα παιδιά είχαν την έμπνευση να βάλουν το άλογο μέσα στο μπαρ. Με αναβάτη κιόλας τον φίλο μου το Δευκαλίωνα όπου στην αρχή έκανε τον δύσκολο αλλά μετά απ΄ ότι φάνηκε του άρεσε. 


Το άλογο όμως έχει αντίθετη άποψη και δεν γουστάρει να μπεί μέσα. Οι υπόλοιποι δεν το δέχονται. Όχι  Θέλουμε το άλογο να παραγγείλει μόνο του. Τέλος. 


Με τα πολλά τελικά το άλογο δίνει ένα σάλτο και μπουκάρει από την πόρτα του μαγαζιού, μαζί με τον αναβάτη. Εγώ μετά από 45 ούζα, χαίρομαι ηλίθια...


Και να σου το στην πίστα. Μπήκε. Τι να πεις. Σκεφτόμουν ότι αν ήμουν το άλογο και έβλεπα 50 μαλάκες να προσπαθούν να με βάλουν μέσα σε ένα δωμάτιο με έναν καβάλα πάνω μου για να με ποτίσουν μπύρα θα είχα την εντύπωση ότι είχα πέσει σε φυλή παλαβών όπου θέλουν να με κάνουν αλογοθυσία. Δεν υπήρχε περίπτωση. Θα τα χα κάνει λαμπογυάλογο.

Το αλογάκι όμως το καημένο, δεν αντέδρασε καθόλου. Υπομονετικά υπέμενε όλους εμάς τους ουγκ, να εκτελέσει την επόμενη παλαβή ιδέα. Και ήπιε και τη μπυρίτσα του. Και η επόμενή ιδέα ήταν να γυρίσουμε βίντεο Harlem Shake μέσα στο μπαρ με το άλογο.


Εδώ πολύ θα θελα να σας γράψω μια σάλτσα ότι το κάναμε το Shake, αλλά θα μου ζητάγατε το βίντεο και δεν θα μπορούσα να σας ικανοποιήσω. Και έτσι λόγω τεχνικών προβλημάτων το Harlem Horse Shake δεν εξετελέσθη. Δεν πειράζει. Του χρόνου καλά να μαστε.

Αυτά. Όπως καταλαβαίνετε κι αυτό το Πάσχα δεν πέρασε αδιάφορα. Υπήρχαν δυσκολίες και αντιξοότητες για να δημιουργηθεί το κατάλληλον κλίμα ώστε να περάσουμε όμορφα. Όμως τελικώς ο στόχος επετεύχθη κι όλα πήγαν καλά. Πασχ-ίσαμε αλλά τα καταφέραμε...

Και θα κλείσω ευχάριστα για επίλογο, ανεβάζοντας μια φώτο του μαγαζάτορα Θανάση όπου είχε παιδικό όνειρο να μοιάσει στον Spiderman. Και βουαλά. Έγινε αυτό που λέμε Θανασπαϊντερμαν...:Ρ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...