Κι είσαι που λες σε μια σχέση κι έχεις περάσει από όλα αυτά τα ωραία στάδια του έρωτα. Καψουρεύτηκες, είσαι ερωτευμένος, την αγαπάς, περνάτε ωραία και τα λοιπά και τα λοιπά. Έλα όμως που δυστυχώς, όλα τα όμορφα έχουν κι ένα τέλος. Και φτάνεις με τα πολλά στο στάδιο που όλα τα ροζ σου συννεφάκια γίνονται γκρίζα. Και ότι φαντάστηκες στην αρχή ότι θα συνεχιστεί κι ότι είναι ίσως ο έρωτας της ζωής σου με τη σιγουριά σου να πετάει στα σύννεφα, τελικά βρίσκεται να κάνει μπάνιο μες την αμφιβολία. Και λες, εντάξει. Δε γαμιέται. Ας πλατσουρίσω εδώ και λιγάκι. Αλλά έλα που εκεί που κάνεις τις απλωτές σου νιώθεις να βυθίζεσαι. Και τι να κάνεις τώρα. Πως θα σωθείς; Δυστυχώς αγαπητοί φίλοι και φίλες όλοι έχουμε φτάσει σε τοιαύτην δυσάρεστον κατάστασιν. Την ώρα που θα πρέπει να ειπωθεί το τελευταίο αντίο. Και που δυστυχώς, ω ναι πρέπει να το πείς εσύ. Πολλά σκυλοκαψουροτράγουδα έχουν ειπωθεί για τον χωρισμό. Για το χωρισμό λέγω, που προσέξτε όμως, η λεπτομέρεια είναι, ότι την γαλότσα την έχεις φάει εσύ από τον άλλο. Χωρίς να το θέλεις. Ποτάνα κενωνία άδικη. Και δώστου πόνος και δώστου Haig και δώστου κλάμα. Συνεπαρμένοι όλοι μας, απ τον τόσο πόνο όμως, έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχει και το αντίπαλο δέος. Κι αυτό είναι το συναίσθημα που έχεις εσύ όταν χωρίζεις τον άλλο. Ίσως λιγότερο έντονος, αλλά δεν παύει να ναι πόνος. Ας πιάσουμε κι αυτόν λοιπόν τον τομέα, γιατί ο άλλος μετά τον Πλούταρχο, τον Καρρά και τελευταία τον Παντελίδη νομίζω ότι εξαντλήθηκε. Έστω λοιπόν ότι βρίσκεσαι στην κατάσταση που θες να χωρίσεις. Τι κάνεις. Η επεξήγηση του θέματος επιβάλλει να διαχωρίσουμε κατ αρχήν τρείς συναισθηματικές κατηγορίες. Οι οποίες είναι: Κατηγορία νούμερο ούνο: Μαλακοπίτουρας. Είναι η περίπτωση του είμαι βασικά κάφρος. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το θέμα, είχα σχέση απλά για το πήδημα και ο δικός μου ή η δικιά μου νόμισε ότι είχαμε σχέση. Γενικότερα είμαι ένας άπονος σκατομαλάκας, που δείχνει την άγουσα για τα αποδυτήρια έτσι απλά και χωρίς δισταγμό, στον κακόμοιρο παίχτη που μόλις έκανε το ντεμπούτο του. Νταξει. Εδώ τι να πω. Αυτοί είναι και συνήθως οι τύποι που πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα, αφού νεαρά φροντίζει να τους φερθεί το ίδιο σκατά η οποία της είχε φερθεί άλλος πιο πρίν σκατά και τα λοιπά και τα λοιπά. Ο κύκλος της ζωής που λέμε. Τα σπασμένα βέβαια τα πληρώνουν κι άλλοι που δεν φταίνε και που τυχαίνει να πέσουν στο διάβα του. Χωρίζει με μήνυμα ανορθόγραφο, η εξαφανίζεται μια ωραία πρωία. Κατηγορία νούμερο ντουέ: Αγγελό-πούλος. Είναι η κατηγορία του μετέωρου βήματος του πελαργού. Μούχλα γενικότερα κι από σένα και απ τον άλλο. Ναι ίσως κάποτε να αγαπιόσαστε, αλλά η ρουτίνα, το στρες, η κρίση, η στύση, η Βίσση και δεν ξέρω τι άλλο, σας έφερε σε κατάσταση που κοιτάτε ο ένας τον άλλο, με το ίδιο ενδιαφέρον που θα είχε να βλέπεις μπογιά να στεγνώνει στον τοίχο. Εδώ τα πράγματα είναι πιο απλά και πιο πρακτικά. Χωρίς συναισθηματισμούς και άλλα αλμυρά, ο συναινετικός χωρισμός είναι γεγονός και απλώς βρίσκεσθε εις αναμονήν του ποιός από τους δύο θα ξυπνήσει μια μέρα και θα πει στον άλλο, ''ωχ εδώ είσαι συ ρε, σε ξέχασα. Δε χωρίζουμε μωρέ να πάει στο διάολο;''. Καλή περίπτωση, χωρίς συναισθηματικά κόστη, με θετικό ότι παίζει και καβατζοκατάσταση για αργότερα, λόγω του φιλικού κλίματος. Χωρίζει συνήθως απ το Facebook η και τετ α τετ Περίπτωση νάμπερ θρε: Κλαψομουνίδης Τη γουστάρεις ακόμα ναι. Κι αυτή σε γουστάρει. Αλλά δυστυχώς, γνώρισες κάποια που γουστάρεις περισσότερο. Κάνεις απέλπιδες προσπάθειες να αποφύγεις τον πειρασμό, όμως τελικά ενδίδεις. Και τι να κάνεις τώρα που σαι και καλό παιδί και δεν θες να το παίζεις σε οχτακόσια ταμπλό. Ε τι, αυτό που είπαμε. Χωρίζεις. Εδώ είναι και η πιο δύσκολη των περιπτωσουά. Πως ρε άπονε να της φέρεις ετούτονε τον ταμπλά στο κεφάλι; Τι παπαριά να σκεφτείς να πεις που να κάνεις τα πράγματα πιο ευκολοχώνευτα; Μαλακίες αγαπητέ. Τίποτα δεν πιάνει. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αφού την πήρες την απόφαση λοιπόν, σωστή η λάθος, καν το όσο πιο γρήγορα γίνεται, να γλιτώσεις κι εσύ κι ο άλλος μια ώρα αρχύτερα, από όλη αυτή την ψυχοφθόρα κατάστασιν. Χωρίζει συνήθως με γράμμα, συνοδευόμενο από λουλούδια. Αυτές κατά βάσιν είναι οι περιπτώσεις που σας έλεγα. Αλλά δεν φτάνει μόνο να σας πω αυτό. Πρέπει να σας αναφέρω και το πως θα το πεις. Ε πως να το πεις με σήματα καπνού? Πρέπει να μιλήσεις. Με ποιον τρόπο θα βγάλεις από το στόμα σου τη λέξη αντίο. Για να δούμε μερικές περιπτώσεις που προαναφέραμε. 1) Τες α τετ. Στα ίσια που λέμε. Ε νταξ. Σιγά το νέο. Πας βγαίνεις ένα ραντεβού, λες εκεί τα διάφορα που σε απασχολούν η μη, βάζεις μπόλικες σάλτσες προσπαθώντας να κάνεις τη χυλόπιτα πιο εύγευστη. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο φίλε μου. Ότι και να κάνεις, το ότι ο άλλος σε ακούει να τον απορρίπτεις, δεν χωνεύεται ούτε με δύο βυτία σόδα. Οι αντιδράσεις του θα είναι φυσιολογικές, από το σου πετάξει στα μούτρα το Τζιν τόνικ, μέχρι να μην μιλήσει καθόλου και απλά να σε αφήσει να δεις στα μάτια του ότι αισθάνεται. Αυτό το τελευταίο είναι και το χειρότερο απ όλα. Καλύτερα να σε πυροβολούσε. Δεν παύει να είναι όμως και ο πιο ντόμπρος τρόπος αντιμετώπισης. 2α) Από το τηλέφωνο. Ε ναι. Απόσταση ασφαλείας. Μην σου χαλάσει και το καλό σου το πουκαμισάκι, αν η δικιά σου είναι νευρική, η αν είσαι κορίτσι, μη φας καμιά ξανάστροφη αν τα χες με ημισφίχτη και μετρήσεις δόντια. Τα αποτελέσματα είναι τα ίδια πάνω κάτω. Συνήθως λόγω απόστασης, είσαι και λίγο πιο επιθετικός-η αλλά θα πεις αυτά που χεις να πεις, χωρίς να χτυπηθείς συναισθηματικώς και από τα δύο στοιχεία μαζί. Της ακοής και της οράσεως. Ολίγον κοτίστικο, αλλά σε μερικές περιπτώσεις που έχεις κάνει μαλακία ολκής και δεν έχεις μούτρα, συνίσταται. 2β) Από το τηλέφωνο, αλλά με μήνυμα. Ε νταξ. Λίγο χλιμιτζουρεϊκο και πολύ κοτοπουλίστικο, εκτός και αν συντρέχουν άλλοι λόγοι. Εδώ δεν χρησιμοποιείτε ούτε η ακοή, ούτε η όραση παρά μόνο η ανάγνωση. Τουλάχιστον αν είσαι καλός στην ορθογραφία είναι ένα συν. 3α) Γράμμα. Πσσς κουλτούρα φάση. Πάει προς την τρίτη περίπτωση συναισθηματισμού, όπου ο νεαρός από ντροπή σε συνδυασμό με ολίγην δειλία και αρκετή ενοχή, αποφασίζει να αποφύγει τη σκόπελο της κατ ιδίαν συναντήσεως η της ακουστικής οδού κι αποφασίζει να κλείσει το όλο θέμα με ρομαντισμό, ακριβώς όπως το είχε αρχίσει. Καλό ακούγεται, αλλά το άσχημο είναι ότι ξέρεις και το ρητό verba volant scripta manent. Τα λόγια πετιούνται τα γραπτά μένουν. Και αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου σε περίπτωση επαναπατρισμού. 3β) Μήνυμα στο Facebook. Να τα μααας. Ηλεκτρονική χυλόπιτα. Το ζήσαμε κι αυτό. Γυρίζεις σπίτι, σκέφτεσαι, γράφεις, άμα γουστάρεις διορθώνεις, send και την άλλη μέρα τρως ένα διαδικτυακό μπινελίκι και remove from friends. Οκ. Απλά και καθαρά. Το χω κάνει κι εγώ. Το πιο δύσκολο σημείο είναι όταν σέρνεις το mouse, να κλικάρεις πάνω στο send. Είναι λες και έχουν περάσει τρεις χιλιετίες. Περιλαμβάνεις όλες τις συνέπειες της προηγούμενης εκδοχής, με θετικό μόνο το ότι μπορείς να διορθώνεις χωρίς μουτζούρες. Αυτά. Εντάξει δεν θα σας αναλύσω την περίπτωση που βάζαμε τους φίλους μας να πούν να χωρίσετε, γιατί αυτό το κάναμε στο δημοτικό. Πάνω κάτω που λέτε αυτά έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου και έχω ζήσει σε αρκετές περιπτώσεις είτε ως θύτης είτε ως θύμα. Το συμπέρασμα πάντως είναι ένα και το αυτό. Ότι και να γίνει όπως και να το σερβίρεις ή να στο σερβίρει το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Χωρισμός προ των πυλών. Αλλά μη μου στεναχωριέστε. Όλα σε αυτήν την ζωή για κάποιο λόγο γίνονται. Κι αν πείσεις τον εαυτό σου ότι γίνονται για καλό, τότε είναι πολύ πιθανόν το σύμπαν να συνωμοτήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Στο χέρι σου είναι.
Έχω που λέτε πολλές φίλες που ποστάρουν στο Φού Μπού πολύ συχνά, φώτο με ζωάκια, ιδίως γατάκια που τα συμπαθούν ιδιαίτερα. Τα βάζουν και σε φωτογραφίες διπλά διπλά με σκυλάκια με κοτοπουλάκια και γουρουνάκια και καλά φίλοι. Και δίπλα διαφήμιση Friskies με μπουκιές κοτόπουλο. Τι αλληγορικό. Θες να γίνουμε φίλοι? Ναι αμέ. Άλλα κάποια στιγμή θα σε φάω. Νιάου...
Εγώ σαν φαν των σκύλων έχω διαφορετικές συμπάθειες αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό. Το θέμα που κάθισα να γράψω σήμερα έχει να κάνει με μια καμμένη ανάλυση που έχω σκεφτεί η οποία έχει να κάνει με το διαχωρισμό γάτες - σκύλοι και την αλληλεπίδραση που έχει αυτό πάνω στην ερωτική ζωή ιδίως των γυναικών. Πάρτε ναρκωτικά.
Που λέτε η συμπάθειά μου είναι οι σκύλοι. Όχι ότι θα δω γάτα και θα φάει σουτ, όλα τα ζωάκια τα συμπαθώ, αλλά έχω αδυναμία στας σκύλοι. Τρείς είχα μέχρι τώρα στη ζωή μου, διαφορετικοί χαρακτήρες αλλά συμπαθέστατοι. Τη Τζίλντα, τον Ρόκυ και τον Τζακ. Κινηματογραφικά ονόματα. Είμαστε ψώνια. Τον τελευταίο τον είχα βγάλει Ζακ, αλλά λόγω του ότι μένω σε λαϊκή γειτονιά, τα παιδάκια δεν καταλαβαίνουν από Ζακ και τέτοια Ζαμπούνικα και αποφάσισαν ομόφωνα να τον λένε Τζακ. Ε τι να κάνω κι εγώ Τζακ? Τζακ. Ότι θέλει ο λαός.
Και γάτα είχα. Για κάνα μήνα. Τόσο άντεξα. Την συμπαθούσα την καημένη κι αυτήν, μέχρι που κάποια στιγμή ενώ είχε κουρνιάσει δίπλα μου στον καναπέ και τη χάιδευα, παθαίνει μια παράκρουση και μου κάνει το χέρι φιλετάκια μινιόν. Έτσι χωρίς λόγο. Όπως είναι λοιπόν, άρπαγμα από σβέρκο και εκτόξευση από την πόρτα να χτυπήσει το κουδούνι του απέναντι. Μην την ξανάδατε.
Δεν είναι λοιπόν αγαπητοί μου αναγνώσται ότι δεν το δοκίμασα, αλλά βλέπετε την αντιμετώπιση που είχα από το αιλουροειδές. Α κι εγώ την αχαριστία δεν την μπορώ. Χέρι που σε ταΐζει δεν το δαγκώνεις. Αλλά οι γάτες δεν καταλαβαίνουν από τέτοια. Είναι ανεξάρτητες, φιλελεύθερες, εγωίστριες, σνόμπ. Οκ. Όπως το διάλεξες αγαπητή γάτα. Αλλά μην μου ρχεσαι μετά και μου κωλοτρίβεσαι γιατί θα φας σουτ. Κι έπαιζα 17 χρόνια μπάλα. Πρόσεχε
Τώρα τελευταία έχω ένα γατί έξω απ το σπίτι που μου ρχεται όταν ταΐζω τον Τζακ και μου νιαουρίζει. Ε δεν είμαι κι άπονος του δίνω κάνα μεζέ, αλλά κοντά να το χαϊδέψω δεν έρχεται. Αλλά το περίεργο είναι ότι ενώ με φοβάται, δεν κωλώνει να μπει μέσα στο σπίτι του Τζάκ, να αρπάξει μεζέ απ το φαΐ του όταν λείπει βόλτα. Δε μασάει. Μάλλον μασάει, αλλά το φαΐ του Τζακ. Είναι κομμάντο ο γάτος σας λέω. Έχω όμως να πω στο γατούλη να προσέχει και να κάνει κουμάντο, γιατί ναι μεν είναι χαλβάς ο Τζακ αλλά με το φαΐ του δεν παίζουμε. Γιατί άκουσέ με γατούλη, είσαι πολύ κοντά στο να χωθείς ανάμεσα σε δύο ψωμάκια και να γίνεις ζεστόστ μεζές. Hot dog που λέμε.
Τες πα πάλι ξέφυγα απ το θέμα. Το θέμα μας είναι η θεωρία που έχω περί της συμπάθειας των δύο ανωτέρω κατοικίδιων. Παρατήρησα λοιπόν ότι οι γκόμενες γενικά εγουστάρουν τας γάτας, παρά τας σκύλοι. Δεν ομιλώ στον αέρα. Το χω ψάξει το θέμα με γκάλοπ. Εννοείτε ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά γατα βάσιν, ναι συμβαίνει αυτό. Γατί άραγε? Ας δούμε. Κατά τη θεωρία μου λοιπόν το κατοικίδιο, αντικατοπτρίζει και τα θέλω που έχει μια γυναίκα από έναν άνδρα. Γοητεύονται να ουμ οι γυναίκες με την γάτα γιατί λέει είναι πρόκληση. Δεν την κερδίζεις εύκολα, φίλη σου δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, είναι ανυπάκουη, ανεξάρτητη, ανυπότακτη, με λίγα λόγια έχει όλα τα ''αν''. Αναγούλα. Η επιτομή του παρτάκια. Μα τι γουστάρουν σ αυτό δεν το χω καταλάβει ακόμα. Α ναι δεν είμαι γυναίκα. Τες πα. Και τον άντρα λοιπόν οι περισσότερες έτσι τον γουστάρουν. Ανεξάρτητο, ανυπότακτο και λίγο στα αρχίδια του. Και να η θεωρία μου που αρχίζει και στέκει εδώ. Είναι η θεωρία του καλού παιδιού.
Οι γυναίκες λοιπόν αηδιάζουν με το που βλέπουν τύπο που κουνάει συνέχεια το κεφάλι συγκαταβατικά, σου κάνει όλες τις χάρες, ψοφάει απ τη χαρά του μόλις σε βλέπει και γενικά είναι σκυλάκι. Θέλουν ρε παιδί μου τη γρατζουνιά στη μούρη πως το λένε. Ξενερώνουν με το πολύ ''μάλιστα κυρία Μέρκελ''. Τις καταλαβαίνω γιατί όντως να έχεις έναν φλούφλη γκόμενο να σου λέει συνέχεια ναι, ναι είναι βαρετό. Τη γουστάρεις την περιπέτεια αρκεί να μην καταλήξει σε ανίατη ασθένεια. Γιατί μετά θα αναπολείς τον φλούφλη και θα λές: Αααχχχ τι καλό παιδί που ταν αυτός ο Γιαννάκης. Μου παιρνε και μπουκίτσες Lacta Love it. Τι να κάνει άραγε αυτό το καλό παιδί. Και τον παίρνεις τηλ και απ το ringtone ακούγεται το ''Αχάριστη κι αλήτισσα''. Χμ. Η κλήση σας προωθείται...
Οι άντρες από την άλλη γουστάρουν σκύλο. Γιατί οι περισσότεροι είναι καλομαθημένοι απ τη μαμά, θέλουν υπακοή, θέλουν να τους κάνεις τις χάρες, θέλουν να είσαι σούζα, θέλουν να είσαι εκεί όποτε αποφασίσουν να ασχοληθούν μαζί σου, θέλουν να είναι ανεξάρτητοι και να κοπροσκυλιάζουν γενικότερα. Όλα αυτά ποιος θα μπορούσε να τους το δώσει άραγε? Η γάτα? Μπαααα. Ο σκύλος βέβαια. Κρυφογουστάρουν και γάτες αλλά σκύλο θα πάρουν. Με λίγα λόγια αν μιλάγαμε για γκόμενες ο σκύλος θα την η γυναίκα και η γάτα η ερωμένη. Catαλάβατε ε? Καλά ε, όλα τα χω εξηγήσει ρε πούστη μου. Θα με προσλάβει το Cosmopolitan στο τέλος το βλέπω.
Τώρα ξέρω τι θα γίνει από κάτω θα πέσει ο σχολιασμός της αρκούδας, ότι δεν είναι έτσι, εγώ έχω γάτα αλλά το αγόρι μου είναι τέλειο και μπλα μπλα μπλα. Μαλάκα. Εντάξει. Το δέχομαι. Πείτε την αν θέλετε άλλη μια καμμένη θεωρία, αλλά για ψάξτε το και λίγο. Έτσι για την ιστορία...
Σήμερα είχα ένα ραντεβού στο Hilton για μια φωτογράφιση. Όχι δεν ομόρφυνα απότομα. Το ραντεβού ήταν με έναν φωτογράφο και μια φίλη μου, για να κανονίσουμε πως θα φωτογραφηθεί μια σειρά προϊόντων με βάση το ελαιόλαδο.
Φάε λάδι κι έλα βραδύ λένε, αλλά το ραντεβού ήταν κανονισμένο στις 6 στην πισίνα. Βρισκόμαστε λοιπόν, καθόμαστε σ ένα τραπεζάκι και μπλα μπλα μπλα. Ε ας παραγγείλουμε και κάτι. Στο Hilton ε? Ένα νερό. Όχι εντάξει δεν έχω φτάσει σε τέτοιο σημείο τσιφουτιάς, αλλά την σακουλεύτηκα. Τέλος πάντων ας πάει και το παλιάμπελο λέω. Ένα καφέ, μια μπύρα κι ένα χυμό. Λογαριασμός? 25 ευρώ. Μάλιστα. Ε ρε Jumbo που σας χρειάζεται. Αλλά εντάξει. Ήξερα που είχα βρεθεί κι από την άλλη τελικά δεν πλήρωσα εγώ. Πάλι καλά. Σώθηκε το θέμα.
Το θέμα μας όμως δεν είναι αυτό. Το θέμα μας είναι ότι με τη συνάντηση αυτή θυμήθηκα ένα παλιό ξεχασμένο γεγονός που έζησα στην πισίνα του Hilton τα παλαιά ωραία μετ εφηβικά μου χρόνια. Ακούστε λοιπόν.
Πριν αρκετά χρόνια λοιπόν, ένα όμορφο ζεστό καλοκαίρι τα έφτιαξα με μια κοπελίτσαααα. Τι κοπελίτσα δηλαδή, αυτή ήταν κινούμενη καταστροφή. Για να καταλάβετε περίπου για τι μιλάω την πρώτη μέρα που τα φτιάξαμε, με έπεισε να της δώσω το μηχανάκι μου να γυρίσουμε σπίτι, ενώ δεν ήξερε ούτε ποδήλατο. Τέλος πάντων το πήρα χαμπάρι γρήγορα πριν φουντάρουμε σε κανα χαντάκι και την κατέβασα κάτω. Η καταιγίδα όμως, μόλις ξεκινούσε.
Μετά από διάφορα ανάλογα περιστατικά που περάσαμε, γυρνάμε στην Αθήνα όπου η γλυκιά μας σχέση συνεχίζεται. Εγώ είμαι σε κατάσταση τρελής αφραγκίασης αφού μόλις πριν κάτι μήνες είχα απολυθεί από φαντάρος και δεν υπήρχε σάλιο. Η κοπελίτσα μου πέρα από την παλαβομάρα της όμως, ξηγιόταν πολύ εντάξει και με supportαρε υπέρ του δέοντος. Μια μέρα λοιπόν έχουμε βγει έξω και περιμένουμε ταξί κάπου απέναντι απ το Hilton.
Δεν λέω, έχω μια δόση παλαβομάρας κι εγώ που παλαιότερα έφτανε και σε σημεία άντε γειά σου, άλλα η κοπελίτσα μου, μου ριχνε στ αυτιά σ αυτό το θέμα. Πρώτη φορά έβρισκα άνθρωπο που με τραβούσε τόσο έξω από τα όριά μου κι αυτό άλλες φορές ήταν συναρπαστικό, άλλες φορές τρομακτικό. Κάπου εκεί ανάμεσα ισορροπούσε και η σχέση μας. Είχα αντοχές τότε.
Περιμέναμε λοιπόν που λέτε, ταξί στις 4 το πρωί. Εκεί κάτι της λέω, κάτι μου λέει και σε κάποια φάση μου τραβάει ένα σουτ στο πόδι. Της ρίχνω κι εγώ ένα τάκλιν και μην τα πολυλογώ έχουμε βρεθεί να γυρίζουμε σκηνή Τσάκι Τσαν στην Βασιλίσσης Σοφίας στα καλά καθούμενα. Μέσα στα πλαίσια της πλάκας που συνέβαινε όλο αυτό μου πετάει σε μια στιγμή την ατάκα: - Έχεις πάει ποτέ στο Hilton? - E? της λέω. Όχι - Πάμε μου λέει. Και πριν καν απαντήσω αν θέλω, με τραβολογάει προς την είσοδο. - Παιδάκι μου είσαι χαζό της λέω? Που με πας? - Ε πάμε μου λέει ρε. Μέχρι την πισίνα να κάτσουμε λίγο. - Ρε είσαι τρελή της λέω. Δεν είμαστε πελάτες. Και είναι τέσσερις το πρωί. Και κοίτα πως είμαστε. Θα φάμε ξύλο. - Σταμάτα ρε συ μου λέει. Το πολύ πολύ να νοικιάσω ένα δωμάτιο για σήμερα. - Ε δεν πας καλά. Ε δεν της πήγα άλλο κόντρα γιατί μέσα μου ήθελα να την κάνω κι εγώ αυτή τη μαλακία. Δεν είχα πάει και ποτέ μου στο Hilton είπαμε. Και σκάμε μύτη. Με στυλ δισεκατομμυριούχας που όμως έχει ντυθεί χίπισσα από άποψη, μπουκάρει μέσα στο Hilton σέρνοντας τον άλλο κακόμοιρο χίπη, εμένα απ το χέρι και χωρίς να δώσει σημασία καν στην αποστειρωμένη ρεσεψιονίστ, που μας κοιτάζει αποσβολωμένα, οδεύουμε προς την πισίνα. Εκεί αποθέτουμε πάνω σε μια ξαπλώστρα ότι μαλακίες κουβαλάγαμε και απλωνόμαστε ως άλλοι Ωνάσηδες, χαζογελώντας με τη μαλακία που μας έπιασε.
Σε κάποια φάση ζευγαράκι ξένων κατεβαίνει κι αυτό στην πισίνα, αποθέτουν κι αυτοί τα συμπράγκαλά τους, τα πετάνε όλα και πέφτουν γυμνοί μέσα στην πισίνα. Ε καταλάβατε. Με το που το βλέπει αυτό η δικιά σου, τα πετάει όλα κι αυτή και πέφτει μέσα. Έχω μείνει μαλάκας αλλά θέλω και να πεθάνω στα γέλια. - Έλα μου λέει. Είναι πολύ ωραία. - Ρε πάει το χασες της κάνω. Ρε θα μας δείρουν και τον είδα εγώ αυτόν στην πόρτα. Έχει ένα χέρι σα κουπί. - Έλα σου λέω ρε ξενέρωτε. Είναι τέλεια. Ε μια ψυχή που να να βγει λέω ας βγει. Τα πετάω κι εγώ όλα λοιπόν και πέφτω μέσα.
Τι ωραία αίσθηση που είναι, όταν τ απαυτά σου ανεμίζουν ελεύθερα στο κύμα, απαγκιστρωμένα από την καταπίεση που ένιωθαν όλη την μέρα μέσα στο βρακί. Ααααχ. Νιώθεις άλλος άνθρωπος ρε παιδί μου. Και να οι απλωτές και δώστου ύπτιο και να γελάκια. Γκαρσόν, δυό ποτήρια σαμπάνια σε παρακαλώ. Μα ποιοι είμαστε τέλος πάντων Οι Κένεντι?
Γκαρσόν δεν υπήρχε 5 το πρωί απ ότι θα φαντάζεστε, ούτε κανείς άλλος γιατί αν ήταν θα βρισκόμασταν από την άλλη πλευρά του Hilton κατά Ευαγγελισμό μεριά. Αλλά η κοπελίτσα μου θέλει να δοκιμάσει την τύχη της. Την τύχη μας καλύτερα. Κολυμπάει προς το γυμνό ζευγάρι και τους ζητάει τσιγάρα. Δεν έχουν ούτε αυτοί τσιγάρα και τότε κάνει την κορυφαία καφρίλα. Βγαίνει απ την πισίνα, φοράει τα ρούχα της και όπως είναι μουσκίδι, ανεβαίνει στην ρεσεψιόν να αγοράσει...(!) Εντάξει. Ψάχνω γωνία να βουτήξω. Το χω σιγουράκι ότι θα φάμε ξύλο. Ε αφού προς τα κει πάει. Ας ντυθώ λέω καλύτερα, μην πούνε και στην μάνα μου αύριο, ότι ο γιος σας βρέθηκε νεκρός να επιπλέει στην πισίνα του Hilton γυμνός. Ας πεθάνω ντυμένος και αξιοπρεπής. Και περιμένω το μοιραίο.
Η καλή μου η κοπέλα γυρνάει. Μόνη της. Χωρίς συνοδεία και χωρίς τσιγάρα. - Τι έγινε ρε της λέω? - Τους μαλάκες ολόκληρο Hilton και δεν έχουν τσιγάρα. Το πιστεύεις αυτό? - Δεν είχαν? Και τι έκανες? - Άσε έκανα ολόκληρη φασαρία. Φώναζα στην ρεσεψιόν, ''τι ξενοδοχείο ειν αυτοοοοοό, δεν υπάρχει εξυπηρέτηση εδω μέεεεεσα, είναι δυνατόν να μην έχετε τσιγαρααααααααα!!!???''
Λοιπόν. Το πήρα απόφαση. Θα με βρούνε κομματάκια σε μαύρη σακούλα πίσω απ το ξενοδοχείο. Είναι παλαβή πάει και τελείωσε. Ήταν ικανή να τους κάνει και μήνυση. Θεούλη μου, θα μαι καλό παιδί απο δώ και πέρα στο υπόσχομαι. Γλίτωσε με τώρα όμως.
Πάμε να φύγουμε ΤΩΡΑ της λέω. Μα κάτσε λίγο μου λέει. Πάμε της λέω η θα φύγω μόνος μου. Και τελικά την πείθω, παίρνουμε τα πράγματα και ανεβαίνουμε τα σκαλιά προς την ρεσεψιόν. Κι εκεί απλά θέλω να φανταστείτε την σκηνή όπου δύο τυπάκια μούσκεμα από πάνω ως κάτω, με τα παπούτσια τους να κάνουν πλάφ πλόφ πάνω στα μάρμαρα, να περνάνε μπροστά απ τη ρεσεψιόν του Hilton και να αφήνουν πίσω τους ένα μικρό ποταμάκι... Εντάξει. Οι τύποι εκεί στο ξενοδοχείο δεν ξέρω αν είχαν δει κάτι παρόμοιο ποτέ, αλλά δεν βγάλαν τσιμουδιά. Περνάμε σαν κύριοι που λέτε από την είσοδο βρίσκουμε και το ταξάκι μας και πάμε σπίτι. Τη γλίτωσα... Κι έτσι ολοκληρώνεται το στόρυ. Εντάξει. Απ τις κορυφαίες ιστορίες που μου χουν συμβεί νομίζω. Με την κοπελίτσα η σχέση μας τελείωσε μετά από μερικές εβδομάδες και δεν ξέρω αν είχε συνεχιστεί τι άλλη παλαβομάρα θα μπορούσα να χω κάνει μαζί της. Ήταν ωραία όμως και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Άλλωστε αυτό δεν είναι και το αλατοπίπερο της ζωής?. Και ίσως και το νόημα της? Η τρέλα...
Και μια και βρισκόμαστε ντάλα καλοκαίρι, θα ήθελα σήμερα να μοιραστώ
μαζί σας μια καλοκαιρινή ιστορία αγάπης. Ίσως την πιο παλαβή ιστορία που έχω ζήσει ποτέ. Αβάντι.
Που λέτε μια φορά και
έναν καιρό ερωτεύτηκα κι εγώ. Όχι δεν ήταν κάτι απλό, ούτε ερωτεύομαι
εύκολα. Ήταν love στο δόξα πατρί που λέμε πράγμα ολίγον σπάνιο για τα
δεδομένα μου. Αλλά δόξα τον ύψιστο εφόσον βρέθηκα σ αυτήν την κατάσταση
αποφάσισα να το ζήσω.
Λε περιπτωσιέν, δυσκολουά, πορκέ ανταπόκρισις φρομ
λα μετωπέ, ασθενής. Πάρα ταύτα όμως κατά έναν αξιοζήλευτο τρόπο,
επέμεινα. Συνήθως οι περιπτώσεις που με βάζουν σε διαδικασία τρεξίματος
με ξενερώνουν απιστεύταμπλ. Γιατί, ναι μεν είναι πολύ ωραίο το συναίσθημα,
να πεταρίζουν οι πεταλουδίτσες στο στομάχι σου, να έχεις γίνει στυλάκι
απ τη ανορεξία και τα λοιπά αλλά όταν αυτό παρατραβάει και ο παράγων Χ
σε έχει κάνει Βέγγο, οι πεταλούδες πάν για βρούβες και εμείς για πιτόγυρα. Με
τη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δεν ξέρω τι έγινε και κόλλησα. Κάτι
έβλεπα στους ορίζοντας ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως φαίνονται και
με δυό σταγόνες βενζίνη στο ντεπόζιτο ξεκίνησα να κάνω διαδρομές. Ας τα
πάρουμε όμως από την αρχή.
Η γνωριμία με το πρόσωπο
έγινε σε μπουζουκλερί παρακμιακών προαστείων, όπου από αστείον εκαλέσθη
από φίλο, ειδικό σε γαβ καταστάσεις. Ε ο δικός σου λοιπόν, πάω, κάθομαι,
το φιλαράκι από δίπλα, ποτάκι, τα τσιγάρα στο τραπέζι, η ορχήστρα να
παίζει κι όλα καλά. Μέχρι που έφτασε η στιγμή. Εκείνη, μπήκε απ την
πόρτα και κατευθύνθηκε προς τα μας. Φίλος σκουντάει πόδι.
- Ήρθε
- Ποιός?
- Το θέμα που σου λεγα.
- Πούντο?
- Νατο απέναντι.
Γυρίζω
το βλέμμα και να τη σαν ψέμα. Παθαίνω οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου μαζί
με διπλό εγκεφαλικό. Με τη φάτσα μπλέ μαρέν και επαναφέροντας με μεγάλη
προσπάθεια τη γλώσσα που είχα καταπιεί στην κανονική της θέση, κατάφερα
και ψέλλισα στο φίλο:
- Τι είν αυτό ρεεεε????????
Απάντηση:
- Ο Θάνατος....
Όντως. Ήταν από τις υπάρξεις που κατατάσσονται στην κατηγορία τούμπανο, πρός
παίρνεις δουλειά για το σπίτι. Καταλαβαίνετε λοιπόν το μέγεθος της
λαμαρίνας που επρόκειτο να δαγκώσω. Η κοπελιά πλησίασε προς το μέρος
μας και μου φάνηκε σαν να έβλεπα διαφήμιση του Μartini σε slow motion.
Τα πάντα γύρω είχαν σκοτεινιάσει, μια θολούρα κάλυψε το οπτικό μου πεδίο
και το μόνο που έβλεπα καθαρά ήταν η φιγούρα της και μια αύρα που τη
φώτιζε ολόγυρα λες και την είχαν περάσει Photoshop για εξώφυλλο του
Νίτρο. Σύνελθε Μήτρο. Τελικά φτάνει, πρέπει να πέρασε μισός αιώνας και
κάθεται μια θέση παραδίπλα με τον φίλο ανάμεσά μας. Πάλι καλά. Είχα
απόσταση ασφαλείας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πολύ σύνηθες να λέω
μαλακίες από την αμηχανία κι αν δεν βοηθά και ο άλλος τότε το παρατάω
για λίγο, πίνω 3-4 Heig μονοκοπανιά για να στρώσω και ξαναπάλι. Ευτυχώς
δεν χρειάστηκε γιατί είχα πάρει μπροστά, ήταν κι αυτή δεκτική και η
βραδιά προχώρησε με διαλόγους του στύλ:
- Λεφτά έχεις?
- Ορίστε? Ναι γιατί?
- Γιατί μου χρωστάς 6 ευρώ προς το παρόν και βλέπουμε
- ??? Ε?? Και γιατί παρακαλώ?
- Γιατί έχω καπνίσει ήδη δυό πακέτα τσιγάρα εδώ πέρα με σένα απέναντι...:Ρ
Καλά τώρα που το γραψα, μαλακία μου φάνηκε, αλλά τότε, το χα ότι
είπα και γαμώ τις ατάκες. Τες πα πρέπει να πα κι άλλα ωραία γιατί το
τέλος ήταν αίσιο. Ενεπλακήκαμεν τελικώς εις τρυφεράς καταστάσεις και γύρισα σπίτι με ένα τηλέφωνο στην τσέπη και ένα χαμόγελο
καρφωμένο στα μούτρα. Τι ωραίο πράγμα να σε παίρνει ο ύπνος στο μαξιλάρι
με θλάση από χαμόγελο στο σαγόνι. Ωραίες εποχές.
Και
ξυπνάω το πρωί που λέτε και ο κόσμος είναι υπέροχος. Έχω διάθεση να
τρέξω μαραθώνιο. Τα περιστέρια κουτσουλούν με τέχνη τα μπαλκόνια και οι
κόρνες των αυτοκινήτων παίζουν μια θεσπέσια μουσική. Το γκρί των
πολυκατοικιών είναι το αγαπημένο μου χρώμα. Ζω σε άλλο πλανήτη. Τέλος
πάντων δεν έκανα κίνηση την ίδια μέρα εφαρμόζοντας το σύστημα οπού
αφήνεις να περάσει ένα διάστημα 2-3 ημερών για να πάρεις τηλέφωνο, κάτι
που τώρα το θεωρώ μαλακία, αλλά είπα, γιατί ρε φίλε να μην κάτσεις 2 μερούλες
ευτυχής? Δεν ξέρεις τι γίνεται. Παίρνω λοιπόν τηλέφωνο μετά 2 μέρες. Ε
δεν έτρωγα σκατούλες? Το γνωστό σενάριο συνέβη και εδώ.
- Γεια τι κάνεις. Ο Παναγιώτης είμαι.
- Γεια. Μια χαρά, μπλα μπλα μπλα..........θα τα πούμε κάποια στιγμή γιατί είμαι σε περίεργη κατάσταση κτλ....... :(
Ωπ. Το πιάσαμε το υπονοούμενο. Πάνε οι πεταλούδες. Τις έπιασε η
απόχη. Εποχή Μάιο συνέβη αυτό και για να μην τα πολυλογώ μέχρι και
Αύγουστο που έφευγα διακοπές, έζησα το έργο, ''Με θέλεις, δεν θέλω, δεν
θέλεις σε θέλω, τελείως μπουρδέλο''. Με τα πολλά το νευρικό μου σύστημα
δεν άντεξε αυτό τον πλήρη παραλογισμό. Ο λογικός Δίδυμος μην αντέχοντας
τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας του Καρκίνου, έβγαλε τον καρκίνο. Αποφασίζει λοιπόν να κατευθυνθεί προς τον θεραπευτικό προορισμό του ''πάω
διακοπές Μυτιλήνη μόνος μου''. Τον Σεπτέμβριο ελέγχεται αν θα πήγαινα να
δω τη Βου προβολή του έργου.
Με την νεαρά δεν είχε
προχωρήσει το θέμα και πολύ. Είχαμε μείνει σε πιο πλατωνικές μορφές
σχέσης, όχι ότι προσωπικώς δεν ήθελα αλλά δεν σκέτο. Τρείς μήνες όμως, ζώντας
το μαρτύριο της σταγόνας, ήταν αρκετοί ώστε να τα παρατήσω μην
βλέποντας προκοπή. Ένιωθα ότι το θέμα, ήταν μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα.
Τι ωραία λοιπόν να την κάνουμε σιγά σιγά. Και τι πιο σωστό να πάμε στο
νησί σε freelancer κατάσταση να ξεχάσουμε. Όμως ο βελζεβούλ έχει πολλά
ποδάρια.
Δεν είχε περάσει λοιπόν πενθήμερο και εκεί που
βρίσκομαι στο beach bar του νησιού με τη μοχιτάρα μου ανα χείρας και με
τον κόσμο να παραληρεί απ το ντάμπα ντουμπα, το
κινητόν εγκντούμπα. Λοιπόν από τη στιγμή που εφευρέθηκε αυτή η μαλακία, εκτός
εξαιρετικών περιπτώσεων δεν μου χει βγει σε καλό. Γιατί εκεί που είμαι
χαλαρός, τα χω αφήσει όλα πίσω, τσουπ να τη η μπρίζα στο hands free μου. Το θέμα καλεί. Η κατάσταση νιάου.
- Γειά σου Παναγιωτάκη Μου. (νιάου). Πως περνάς? (νιάου) (το ΜΟΥ το προσέξατε ε?)
- Γάβ. Εεεεμμ ναι καλά να εδώ είμαι σ ένα πάρτι στην παραλία κι όλα ωραία
-
Α ναι ε? Καλά. Ξέρεις εμείς λέμε να πάμε τελικά με τα παιδιά στο Πήλιο
τον 15 Αυγούστου. Τι λες? Θες να ρθεις? (νιαουουουυουοουυοουου!!)
Ο τριμμένος πάγος έλιωσε αυτόματα στο ποτήρι και ο φρεσκοκομμένος
δυόσμος μαράθηκε σε χρόνο DT. Η ζάχαρη εδιασπάσθει σε νετρόνια κώνειου.
Μα τι μου λέει η ψιψίνα? Αφού τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε. Δεν ξανακάνω
φυλακή με τον Καπετανάκη.
- Ε τι να σου πω ρε συ της λέω, αφού
ήρθα εδώ τώρα δεν γίνεται. Πως να ρθω Πήλιο από Λέσβο? Δύσκολο. Άλλωστε
τα είχαμε πει και στην Αθήνα. Ας κάτσουμε να ηρεμήσουμε λίγο κι από
Σεπτέμβριο βλέπουμε.
- Καλά (νιαου λυπημένο). Έχεις δίκιο. Οκ μιλάμε.
Ουφφφφ.
Μα τώρα τι ειν αυτά που μου κάνει? Δεν τα χαμε πει?. Τες πα. Αλλά έτσι
είναι αγαπητοί φίλοι. Μόλις ο αντίπαλος καταλάβει ότι η στάση σου είναι
σκληρή και αδιάλλακτη τότε δέχεται να επαναδιαπραγματευτεί το μνημόνιο.
Δεν περνάν άλλες δυό μέρες να το πάλι το γκντούμπ. Με πετυχαίνει σε
κατάσταση ουζοποσίας εν ταβερνείο. Μα με GPS δορυφόρο με παρακολουθεί,
να μου γαμήσει τις καλύτερες φάσεις? Έλεος.
- Τι κάνεις. Πως περνάς? (classic)
- Είμαι καλά καλό μου, να εδώ πίνουμε ουζάκια με τα παιδιά
- Α τι ωραία, εγώ εδώ στην Αθήνα ακόμα μπλα μπλα μπλα, τυχερέ. Τελικά το σκέφτηκες? Μήπως θες να ρθεις?
Ρε
τι έχουμε πάθει. Το χει πιάσει η εξυπνίδου εντωμεταξύ ότι είμαι
επιρρεπής τύπος στη μαλακία και σου λέει, θα τον κάνω Κεντέρη τώρα τον
μπάμια. Κοίτα να δεις. Δεν τσιμπάω πάραυτα, ούτε εκείνη τη φορά και
ευγενικά προσπαθώ να της δώσω να καταλάβει, ότι απλά δεν παίζει το
σενάριο να κάνω το γύρο του κόσμου σε 2 μέρες. Εγκαταλείπει με λύπη την
προσπάθεια και τότε λέω επιτέλους ας αφεθώ να απολαύσω τις διακοπές μου,
που πες μου φίλε αναγνώστη δεν θα τις είχα τόσο ανάγκη μετά από 3μηνο
τρέξιμο?
Αλλά μεγάλε κούνια που σε κούναγε να μου
πείτε. Το ρητό που θαύμαζε η
νεαρά περισσότερο από όλα, ήταν το ''η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία''. Και κάνει την τελευταία προσπάθεια λίγο πριν
αποσυρθούμε στα αποδυτήρια. 14 Αυγούστου τηλεφώνημα. Σπίτι λίγο πριν βγώ
έξω. Άντε πάλι νιάου νιάου, εγώ πάλι το ίδιο αδιαπραγμάτευτος και τότε
αποφασίζει να βάλει τα μεγάλα μέσα. Θα με χτυπούσε στο φιλότιμο και στην
ανδρική μου αξιοπρέπεια. Το παλιοθήλυκο. Η συζήτηση ανάβει έπειτα από μισάωρο και κουβέντα
στην κουβέντα πετάει και μια ρουκέτα:
- Αυτό είναι τελικά που έλεγες ενδιαφέρον? Τελικά τσάμπα μάγκας είσαι κι εσύ. Μόνο λόγια....
Ντόινκκκκκκκκ.
Τι είπε καλέ? Εμένα είπε τσάμπα μάγκα? Που χω πληρώσει τα μαλλιοκέφαλά μου
σε συναισθηματικούς λογαριασμούς?. Αααααααααα. Θα καραφλιάσει ο κάθε
αναμαλλιασμένος, κάτσε να δεις. Απαντώ:
- Λοιπόν σε κλείνω, θα τα πούμε Πήλιο. Γειά. Κλάαανγκ και το κλείνω.
Τι
έκανα? Πάω καλά? Δεν έχω σκεφτεί καν τι έχω πει. Έχω γίνει σαν αστακός
απ τα νεύρα. Πρέπει να πιώ. Ντύνομαι σφαίρα και πάω στα ούζα. Ο
ταβερνιάρης πρέπει να με αγάπησε εκείνη τη μέρα. Νομίζω έχω και μετοχές.
Μέσα στο μυαλό μου όλα είναι μαλλιοκούβαρα και καταλήγω σε μπαράκι με
ξάδερφο να συζητώ το θέμα.
- Θα πάω
- Ρε μαλάκα είσαι τρελός? Πως θα πάς? Αύριο είναι η γιορτή σου. Έχουμε κανονίσει πανηγύρι εδώ με όλους.
- Θα πάω
- Ρε μαλάκα σε τρέχει δεν το χεις καταλάβει? Είναι 2 τα μεσάνυχτα
- Θα πάω
- Δεν έχεις λεφτά, τα ρούχα σου είναι άπλυτα
- Θα πάω
- Εξωγήινοι έχουν καταλάβει στο νησί και σου έχουν στήσει ενέδρα στην Αγιάσο.
- Θα πάω
Μην
το τραβήξω άλλο καταλαβαίνετε ότι δεν με κρατούσε τίποτα. Ο εγωισμός
του Διδύμου χτυπήθηκε καίρια από την ευαισθητομπαρουφίαση της Καρκίνου
και σε συνδυασμό ότι είχα ψιλολυγίσει κι από την επιμονή, ενέδωσα στο
Παπαζόγλειο απόφθεγμα:
Θα πάω κι ας μου βγεί και σε κακό....
Και
ναι αγαπητοί. Έκανα την τεραστιότερη παλαβομάρα που έχω κάνει ποτέ, με
εξαίρεση τις τρισμέγιστες μαλακίες που έχω κάνει στο στρατό. Γύρισα
σπίτι στις 3, πήρα τηλέφωνο την Ολυμπιακή, βρήκα εισιτήριο 6 το πρωί για
Αθήνα. Έπιασα μια μάζα από ρούχα, πλυμένα και άπλυτα, τα στρίμωξα
παρτσαλιασμένα σε ένα σακ βουαγιάζ και ξεχύθηκα στον πηγαιμό για το
αεροδρόμιο. Καβαλάω τη μηχανή μου με αμάνικο μπλουζάκι, μισοτύφλα, να
κάνω 45λεπτη διαδρομή μες το δάσος, μαύρα μεσάνυχτα με ψόφο, για ποιό
λόγο? Να πάω να παίξω τα ρέστα μου σε αγώνα που είχε απόδοση 9,50. Οκ.
Και τι έγινε? Eδώ ο ψηλός πήγαινε και πόνταρε να σκοράρει ο Αβραάμ με
απόδοση 45, εγώ δεν θα παίξω με 9,50? Όχι θα παίξω.
Έχω
συνέλθει απ το ψοφόκρυο λοιπόν πάνω στη μηχανή και φτάνω στο
αεροδρόμιο. Εκεί το ξενέρωμα σε συνδυασμό με το ότι δεν πολυσυμπαθώ τα
αεροπλάνα αρχίζουν και με φέρνουν στα σύγκαλά μου. Αλλά όχι στα τόσο
σύγκαλά μου ώστε να μην κάνω τη μαλακία. Παρκάρω την μηχανή απ έξω και
με φόβο ψυχής, γιατί μου χουν κλέψει άλλη μία, την παρατάω και μπαίνω
μέσα. Πηγαίνω στο γκισέ η ώρα 4:30. Ανοίγω πορτοφόλιους, δεν παίζει μια.
Κανα 30ευρω έχω αλλά έχω υπολογίσει ότι θα το βγάλω με πιστωτική. Δίνω
στην μανδάμ την κάρτα, non acceptable. Γιούχου. Να πλύνω κανα πιάτο?
Που ειν η κουζίνα? Παπαριές. Τι κάνουμε τώρα? Έχω άλλη μία που δεν έχω
χρησιμοποιήσει ποτέ, είναι απ αυτές που ξέρετε σας τις φορτώνουν οι
τράπεζες και την είχα πάρει δεν ξέρω για ποιο λόγο. Τες πα σε καλό μου
βγήκε γιατί το κάρτα λειτουργεί και βγάζω το πολυπόθητο.
Και
να μαι στη θέση μου παράθυρον. Βζουμ βζουμ το αεροπλάνακι. Είναι απ
αυτά με το κάρβουνο, που γυρνούν τον έλικα δύο μαύροι και απογειώνεται. Με
8 μποφώρ. Ωωωωωπ. Να μια δεξά, να μια πάνω, να μια δίπλα. Μόνο στο Allou
Fun Park είχα φοβηθεί έτσι. Παθαίνω ένα λαλα κι αρχίζω να κατεβάζω ότι
καντήλι ήξερα. Τι μαλάκας είμαι. Τι μαλάκας είμαι. Έκατσα και στο
παράθυρο λες κι θα χει σημασία αμα πέσει το αεροπλάνο, αν θα χω ωραία
θέα. Βλέπω το θάνατό σου επεισόδιο IV. Τέλος πάντων ηρεμώ μετά από
10λεπτο. Το ταξίδι ήταν λογικά 45λέπτου αλλά για κάποιο λόγο έχει
περάσει η ώρα κι ακόμα βλέπω θάλασσες. Τα όνειρα μου χάλασες. Μα τι
γίνεται.? Ο από μηχανής θεός, ο πιλότος, με προλαβαίνει και απαντά στο
εσωτερικό μου προβληματισμό:
- Αγαπητοί επιβάτες, η πτήση μας
παρουσιάζει καθυστέρηση λόγω της αυξημένης κίνησης στο Ελ. Βενιζελος. Σε
δέκα λεπτά υπολογίζουμε να προσγειωθούμε. Μας συγχωρείτε για την
αναστάτωση...
Ρε σεις. Ρε τι γίνεται ρε? Όχι ρε δεν σας συγχωρούμε
για την αναστάτωση. Να μας πληρώσετε ρε την επίσκεψη στον ψυχολόγο ρε.
Ρε δεν αφήνετε τις μαλακίες λέω εγώ. Τόσες ταινίες με συντριβές έχω δεί
και σε όλες αυτή την παπαριά τους λένε. Και καλά κίνηση και καλά ένα
μικρό πρόβλημα στον διάδρομο και βοουουυουουουπ! Γκντούπα της. Και
βρίσκεσαι να πίνεις γλυκύ βραστό στο El Paradice καφέ με την αναστάτωση
παρέα. Σε τα μας ρε χλεχλέδες? Αφήστε τα σάπια ρε. Όχι απαιτώ να έρθει
εδώ ο πιλότος να με κοιτάξει στα μάτια και να μου το πεί. Εγώ θα
καταλάβω αν λέει αλήθεια. Όχι πήραμε ένα μικρόφωνο και λέμε ότι μαλακία
μας κατέβει πίσω απ τον τοίχο. Αν είσαι άντρας βγες έξω απ το κόκπιτ να
μας τα πεις ρε.
Θέλω να βγάλω τη ζώνη, θέλω να βγάλω το παντελόνι, θέλω να βγάλω το βρακί μου, θέλω να βγάλω κάτι
άλλο τέλος πάντων, εκτός από την ψυχή μου, που έχει βγει ήδη και οδεύει
προς Κούλουρη. Που να ναι τα σωσίβια? Τα αλεξίπτωτα? Τα αλεξίσφαιρα που
ναναι? Πού είναι ένα εικονοστάσι στην τελική να κάνουμε τον σταυρό μας
εδώ μέσα. Εξηντατρία ευρώ ρε το πληρώσαμε το εισιτήριο, χάθηκε ρε να βάλετε ένα εικονοστάσι μες το θάλαμο. Είμαστε και θεοσεβούμενοι άνθρωποι, γαμώ την τρέλα μου μέσα μην αρχίσω τα καντήλια πάλι. Ουφφφφφφφφφφφ.
Με
τα πολλά λοιπόν καταλάβατε ότι προσγειωθήκαμε, αφού είμαι εδώ και ζω
για να σας τα γράφω. Αθήνα τον 15 Αύγουστο. Ωραία και τώρα? Ταξί για το
σπίτι να πάρω τ αμάξι. Με τα τελευταία λεφτά μου φτάνω έξω από το
πατρικό μου όπου η μανούλα μου η αγαπημένη βλέπει το γιόκα της στο
κατώφλι
- Παναγιώτη εσύ είσαι?
- Μάνα δεν με γνώρισες? Μαύρισα ε?
- Τι κάνεις εδώ παιδάκι μου?
- Ήρθα να μου πεις χρόνια πολλά από κοντά!
- Είσαι τρελό παιδί μου? Έγινε κάτι?
- Όχι ρε μάνα. Απλά είπα να πάω 3 μέρες Πήλιο με κάτι φίλους. Όλο Μυτιλήνη θα κάθομαι? Όλο ούζο ούζο ούζο το βαρέθηκα...
- Ε τι να πω παιδάκι μου. Εσύ ξέρεις.
- Αχ μανούλα μου. Ξέρω που να μην ήξερα....
Κάθομαι
ολίγον που λέτε σπίτι με χαρτζιλικώνει και ο Daddy με μια κατοστάρα για
τα χρόνια πολλά και ώπ βγάλαμε τα έξοδα του ταξιδιού. Του ξυδιού δεν τα
βγάλαμε, αλλά μην είμεθα και πλεονέκται. Και παίρνω που λέτε το άλλο
ηρωικόν όχημα το Corsaki μου να πάω να κορσέψω το Πήλιον. Γιούγριαααα...
Ντάλα
στον ήλιον η διαδρομή, εγώ άυπνος κοντά 24ωρο, αλλά πλυμένος, φαγωμένος
και χαρτζιλικωμένος ξεκινάω από τον σπίτι μου στον Ταύρον, προς το βουνό των Κενταύρων.
Με καφεδάρα στο χέρι, τσιγαράκι και στο τέρμα να παίζει ''Σαν να μην
πέρασε μια μέρα'', που όντως δεν είχε περάσει, μπαίνω Εθνική. Αυτά είναι
οχήματα ρε, αίντε με τα αεροπλάνα και τις μαλακίες. Μια χαρά που λέτε
φτάνω Βόλο. Παίρνω τηλέφωνο το θέμα. Το θέμα μάλλον δεν έχει πιστέψει
ότι τελικά με μπρίζωσε τόσο ώστε να κάνω αυτό το ΥπερΕλληνικό ταξίδι και
χαχανίζει.
- Έλα τι κάνεις? Πως ήταν το ταξίδι με το αεροπλάνο? αχχαχχααχαχοχιχιχιχιιχιχιχιχι
Τώρα της ρίχνεις κανα μπινελίκι Βολιώτικο? Δεν τα ξέρω κι όλας. Κάτσε να googlάρω. Μπα.
- Έλα καλά. Κοροϊδεύεις ε?
- Έλα Παναγιωτάκη μου (να το πάλι το Μου) μην τσατίζεσαι. Τελικά δεν το
κανες ε? Εντάξει κι εγώ ήμουν υπερβολική αλλά θα θελα να ήσουν εδώ να
κάνουμε μαζί λίγες μέρες διακοπές...(μαζί ε?)
- Ε ναι τελικά ήταν δύσκολο δεν γινόταν καλό μου. Αλλά για μισό λεπτό. Να σε ρωτήσω. Εδώ βλέπω μια ταμπέλα.
- Ε? Τι ταμπέλα?
- Να λέει ευθεία Βόλος, αριστερά Πήλιο. Να στρίψω?
- Ορίστε?????? Πλάκα μου κάνεις!!
- Καθόλου πλάκα. Και να μου παραγγείλεις ένα Φρέντο εσπρέσο γλυκό ελαφρύ σε κανα μισάωρο που θα φτάσω. (Σιγή)
Ε
η νεαρά έπαθε ένα κοκομπλόκο γιατί δεν ήξερε με τι στόκο είχε μπλέξει.
Με τα πολλά μου λέει τοποθεσίες κλπ και πάω καρφί για το μέτωπο.
Όλοι σας θα υποθέτετε αυτή την στιγμή, ότι ο υποφαινόμενος με την
Σπαϊντερμανιά που έκανε το κορίτσι εσυγκινήθη, ήταν και η γιορτή του και τα ευκόλως εννοούμενα παραλέιπονται. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Όχι αγαπητοί μου δεν έγιναν έτσι. Γιατί της γυναίκας η καρδιά είναι μια
άβυσσος, πότε κόλαση και πότε ο παράδεισος. Τώρα αρχίζει η πλάκα.
Φτιάξτε καφέ.
Κι εγώ λοιπόν στο μυαλό μου αυτό το
σενάριο είχα. Το κι αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ναι καλά καημένε εραστή. Υποσυνειδήτως όμως, σαν αξιοπρεπής Δίδυμος
που σέβεται τον εαυτό του, κάθε φορά φτιάχνω ένα σενάριο διαφυγής, ασχέτως αν
τα πράγματα πάνε στραβά η όχι. Και κάτι μου έλεγε ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Σκάω λοιπόν στον Αγ. Νικόλαο
Πηλίου υποψιασμένος για τα χειρότερα.
Και το χειρότερα ήταν: α)
Παίζει ανταγωνιστής β) Έχει βίτσιο να τρέχει κόσμο κι έπεσα μέσα και γ)
είναι σε άλλο μέρος και μου κάνει τη χειρότερη πλάκα ever. Πάλι καλά το
τελευταίο δεν επαληθεύτηκε, αλλά τα υπόλοιπα δύο έπαιζαν, καθώς με το που
σκάω στην παραλία που μπανιαριζόταν η ''αφροδίτη'', αντί να με περιμένει
με τον καφέ μου παραμάσχαλα και με ανοιχτές αγκάλες, πλατσούριζε
αυτάρεσκα το κορμί της, εις τον αφρό του Αιγαίου πελάγους. Τρώω την πρώτη
κατραπακιά. Η υπόλοιπη παρέα με υποδέχτηκε εγκαρδίως, αν και σε όλους
ένιωθες το βλέμμα που έχουν όλοι, όταν στο κούτελό σου γράφει, είμαι
μαλάκας.
Δεν ξενερώνουμε όμως ποτέ ρε. Εδώ ξεπεράσαμε
ολόκληρον κικαιώνα στον αέρα, στο έδαφος θα κολλάγαμε? Φέρτε μου πιλότους
να τους σκίσω. Ότι και να γινόταν το χα για πλάκα. Τες πα λέω μέσα μου,
χαλαρά Παναγιωτάκη πες ότι ήρθες τρεις μέρες διακοπές κάπου αλλού.
Χρόνια μου πολλά.
Και καλά έκανα. Το Afrodite κάποια στιγμή αναδύεται και έρχεται λές και είδε το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου.
- Καλώωωως τον Παναγιώτηηηη (Πάει το Μου). Ε δεν σε πιστεύω ότι το κάνες αυτό
- Ε σάμπως εγώ το πιστεύω. Αφού τσιμπιέμαι απ την ώρα που ήρθα.
- Χαχα. Όχι εδώ είσαι. Θα σαι και κουρασμένος. Κάτσε ξεκουράσου.
- Κάθομαι, κάθομαι.... (ούτε φιλάκι ούτε τίποτα, @%!!#^#!@^ μέσα!)
Που κάθομαι. Σ αναμμένα κάρβουνα κάθομαι, σκεφτόμουν. Αλλά είπαμε.
Αυτοέλεγχος κι αξιοπρέπεια. Σα να χω κάνει 35 χρόνια γιόγκα. Συγκεντρώσου Πανούλη, συγκεντρώσου. Το ελέγχεις το θέμα. So relax, πάμε τρώμε κάτι και μετά σε άλλη παραλία που
ονομάζεται Αγίοι Σαράντα να χαλαρώσουμε. Βρε ποιοί Άγιοι Σαράντα. Ούτε
οι Άγιοι Πάντες δεν με κάνουν καλά τώρα εμένα. Ας είναι. Παίρνω το
καϊπιρίνι μου. Το χω ψυχολογήσει το θέμα. Έχει το πόδι πατημένο στο
φρένο και η μηχανή της έχει κολλήσει από λάδια. Τι άλλη προσπάθεια να κάνω
άραγε? Να τη σπρώξω? Μπα δεν τραβάει το μηχάνημα. Τα παρατάω. Την πάτησες μεγάλε μου, σκέφτομαι. Με τις
υγείες σου. Αλλά όμως αγαπητοί δεν είχα πει την τελευταία μου κουβέντα. Το μεγάλο όπλο
ενός Διδύμου είναι ότι μπορεί να αλλάξει διάθεση και να προσαρμοσθεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Και ετούτον έπραξα. Και εν τούτο νίκα.
Παίρνω
και δεύτερον Καϊπιρίνιαου λοιπόν και αποφασίζω να πάω βόλτα με το ποτό
μου ανα χείρας στην παραλία, η οποία πρέπει να ήταν στο τοπ 5 των
παραλιών που χω πάει στη ζωή μου. Νερά γαμάτα, άμμος γαμάτη, και φούλ
στο μάτι. Έχει και ένα μπιτσόμπαρο στα ψηλά όπου γίνεται της
εκδιδομένης. Όπως λοιπόν βολτάρω σαν τον Ψάλτη σε παραλία γυμνιστών στο ''Έλα να γυμνωθούμε
Ντάρλινγκ'' πέφτω πάνω σε κοπελίτσα level 9. Και σούξου μούξου μανταλάκια ,
κάτι τη βοήθησα να κάνει δεν θυμάμαι, να το το γυμνό αγγελάκι πάνω απ τα
κεφάλια μας, να προσπαθεί να μας κεντράρει. Αυτή νηπιαγωγός εγώ αγωγός
σκέτο επικοινωνίας,
τα βρίσκουμε πολύ στο μπλα μπλα. Σας το πα. Δεν είχα πει την τελευταία
μου κουβέντα. Έπειτα από συζήτηση ενός τετάρτου αυτή με καλεί το βράδυ
στο αυτό μπαράκιον που έχει πάρτι να χορέψουμε και ότι προσκύψει. Εγώ
γιούχου. Δέχομαι και γυρίζω στη βάση. Ηθικόν ακμαιότατον. Το θέμα έχει
πιάσει το χλιμιτζούριασμα με την άλλη και ο ανταγωνισμός αρχίζει και λειτουργεί
ανταποδοτικά. Δεν το κανα επίτηδες αλλά πέτυχε. Δυστυχώς για τους
Καρκίνους η ζήλια είναι το αδύνατο σημείο τους και δεν πα να είσαι ο
Κουασιμόδος, αν υποψιαστούν παρεμβολές εκεί τρώνε τη φόλα. Ε εκεί
εξέπνευσε και αυτή. Εγώ πλέον φοράω το ύφος χιλίων καρδιναλίων κι αυτή βλέπει ότι το παπόρι φεύγει ακόμα δεν ήρθε.
Φροντίζω να μάθει και για το πάρτι μέσω τρίτου για να μην καρφωθώ κι
εκεί τα κάρβουνα μεταφέρονται σε άλλο κάθισμα. Είμαι κακός ε?
Εκδικητικός ε?. Δεν σας είπα ότι έχω Σκορπιό ωροσκόπο κι είχε πιάσει τόπο...:Ρ
Η
ώρα περνά και τελικώς γυρίζουμε σπίτι. Είμαι ένα πτώμα από την κούραση
και χρειάζομαι επειγόντως μια δυό ώρες ύπνο γιατί θα καταρρεύσω. Το
δωμάτιο πολυμορφικόν, χωράει 6 άτομα. Δυο για ζευγάρια και άλλο ένα που
παίζουν δύο ράντζα. Εγώ θα παιρνα το ένα. Τελικά όμως το πρόσωπο
προτείνει να βάλει το ράντζο μέσα στο δικό της δωμάτιο δίπλα της, όπου θα
κοιμόμασταν εγώ, αυτή και φίλος. Jackpot. Καλά που το κανε δηλαδή, γιατί
τώρα θα μουν φυλακή. Γιατί? Γιατί το πρωί που ξυπνήσαμε, ο ανταγωνιστής
που κοιμόταν στο ένα ράντζο, από τον καημό του είχε πιει τόσα Johnny, που
το βράδυ σηκώθηκε μη βρίσκοντας τουαλέτα και κατούρησε στο σημείο όπου
θα τοποθετείτο το ράντζο που θα κοιμόμουν. Τώρα για πέστε μου φαντάζεστε
σκηνή, όπου θα ξύπναγα και εκεί που θα ονειρευόμουν παραδείσια λουτρά με
την ύπαρξη αγκαλιά, να έβλεπα τον ουρολάγνο ανταγωνιστή από πάνω μου, να με λούζει με χρυσή
βροχή? Και κερατάς και κατουρημένος? Ε όχι. Νομίζω ότι δεν θα τον
βρίσκανε μετά από αυτό. Για αυτό λέω. Δόξα τον Κύριο. Και γι αυτόν.
Όλα καλά λοιπόν. Το σήμα ελήφθη. Την πέφτω λοιπόν για ολίγον τι και ξυπνάω
για να ετοιμαστούμε. Το πρόσωπο αναρωτιέται αν θα πάω στο πάρτι τελικά.
Εγώ σκέφτομαι ότι θα της άξιζε κάτι τέτοιο αλλά ο Δίας μου βρέθηκε εκείνη τη στιγμή στην Αφροδίτη και τελικά βλέποντας ότι ο τροχός τείνει
να γυρίσει και μια και ήταν και η γιορτή μου είπα ότι δεν θα πάω. Και
σωστός έπραξα. Και βγαίνουμε.
Δεν θα περιγράψω
το τι έγινε μετά, αλλά θα πω ότι όλα τελικά πήγαν καλά, περάσαμε 2
μέρες μαζί όπως δεν περάσαμε ποτέ και ένιωσα ότι είχε αρχίσει κάτι που
δεν θα έμενε εδώ. Και ήταν αλήθεια. Δεν έμεινε μόνο εκεί. Πάλι δεν είναι
αυτό που φαντάζεστε. Φτιάξτε δεύτερο καφέ.
Επιστρέφοντας
λοιπόν στην Αθήνα, είμαστε με τη νεαρά σε κατάσταση γούτσου γούτσου, την
οποία ευελπιστούσα για αρκετό καιρό. Και είχε συμβεί. Ω ναι ήταν
αλήθεια. Ένιωθα ότι ήμασταν τελικά μαζί. Κυκλοφορούσα σ ένα ροζ
συννεφάκι όλη την ώρα. Χαρούμενος όσο ποτέ, απολάμβανα την στιγμή. Αλλά ένα μικρό αγκαθάκι ήταν εκεί και με ενοχλούσε. Το γαμίδι. Έπρεπε να γυρίσω στο
νησί να μαζέψω τα πράγματά μου και τη μηχανή μου. Δυστυχώς. Εδώ
μπορείτε να αναφωνήσετε. Που πα ρε Καραμήτρο. Τώρα που πιτσι πίτσι το
χεις ρίξει το κορίτσι πας να φύγεις? Είσαι με τα καλά σου? Κάτσε εδώ ρε μην
αλλάξει γνώμη. Ε εγώ δεν το σκέφτηκα ρε χαλβάδες νομίζετε? Αλλάέπρεπε αγαπητοί φίλοι να την κάνω, ένεκα
η μηχανή. Με βαριά καρδιά το λοιπόν, μπουκάρω σε παπόρι για το νησί.
Σιγά μην έμπαινα στο αεροπλάνο. Άλλη μια διαδρομή. Φτάνω εις Λέσβο και μπαίνω καπάκι σε ταξί. Ταρίφας με τσιτώνει, λέγοντας ότι έξω απ το αεροδρόμιο κλέβουν μηχανές. Με
την ψυχή στο στόμα παρακαλώ τους Άγιους Σαράντα να είναι σώα η μηχανή
μου. Εντάξει όλα οκ. Εκεί ήταν. Την παίρνω και γυρίζω χωριό.
Η παρέα μου μόλις έφτασα, αδημονούσε να μάθει τα νέα. Τους τα περιγράφω εν ολίγοις και όλοι ικανοποιημένοι τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας. Εγώ από την έκβαση της υπόθεσης και αυτοί που θα είχαν άλλη μια μαλακισμένη ιστορία να θυμούνται ,απ τον καμμένο φίλο τους. Αλλά η ιστορία δεν είχε τελειώσει εδώ δυστυχώς. Μην τα ξαναλέω με τους καφέδες λοιπόν, έκατσα κανα δυό μέρες ακόμα και πάω να βγάλω εισιτήριο με το καράβι για πίσω όπου με περίμενε το darling.
Στη Μυτιλήνη που λέτε όταν φτάνει η μέρα της επιστροφής, αν είσαι συνεπής και τακτικός άνθρωπος έχεις βγάλει εισιτήριο από τη μέρα που ήρθες. Το συνεπής και τακτικός είναι δύο λέξεις, που δεν τις συναντάς και πολύ εύκολα πάνω μου. Και για το άνθρωπος ελέγχομαι. Πάω λοιπόν να το βγάλω το ρημάδι και κλασσικά δεν υπάρχει εισιτήριο για τη μηχανή. Μόνο μέχρι Χίο. Ε καταλάβατε. Έκανα τη γνωστή λαμογιά που κάνουν κάθε χρόνο όλοι οι Αθηναίοι. Εισιτήριο μέχρι Χίο και μετά σφυρίζεις κλέφτικα μέχρι να φτάσεις λαθρεπιβάτης ως τον Πειραιά. Το διαπράττω το έγκλημα λοιπόν και έχω συνταξιδιώτη και συνένοχο τη φίλη μου τη Σοφία. Για κακή μου τύχη η μηχανή μου μπαίνει σχεδόν τελευταία από την μπουκαπόρτα και έχω μισοκλείσει ένα αμάξι. Ε σκέφτομαι δεν γαμείς. Θα τα κανονίσουν οι μούτσοι αν εμποδίζει. Δεν είναι δα και τόσο βαριά. Μόλις 330 κιλά...:Ρ
Το ταξιδάκι μια χαρά, κυματάκια, γλάροι ολούθε κι όλα τέλεια. Μετά από τρίωρο φτάνουμε Χίο. Έχω μια ενδόμυχη ανησυχία όμως για την μηχανή. Ρε μου χει φάει τη ζωή αυτό το πράγμα. Ανησυχώ μήπως τελικά κλείσω κανένα αμάξι και πάνε και τη σηκώσουν και κάνουν καμιά ζημιά. Στις μύτες των ποδιών, τσίκι τσίκι, κατεβαίνω στο γκαράζ. Σαν άλλος Αρτέμης Μάτσας παρακολουθώ πίσω από ένα τοίχο τη διαδικασία. Ανέγγιχτο το μηχάνημα. Όλα καλά. Πα να φύγω και ωωωπ. Με πετυχαίνει ο μούτσος που με είχε βοηθήσει να παρκάρω.
- Ειιιιιπ. Που πας εσύ? - Ι dont speek Greek I m sorri
- Ρε άστα αυτά ,εσύ δεν είσαι με τη μηχανή τη μεγάλη που πήγαινε μέχρι Χίο? Έλα εδώ, βγάλτην έξω - Ποιά να βγάλω? Εεεεμ I dont understaint what you said, sorri. - Nαι καλά. Παιδιαααααα ελάτε να βγάλουμε έξω αυτή τη μηχανή. Σηκωτή.
- Καλά ντε πως κάνεις έτσι. Αφήστε τη μηχανή κάτω ρε. Άντε τη γλίτωσε ο πιλότος μη δείρω κανα μούτσο τώρα. - Μεγάλε όπως είσαι βάλτην μπροστά κι έξω.
- Μα ρε παιδιά θα βγάλω εισιτήριο μέχρι Πειραιά, μην μπλέξουμε τώρα. - Δεν ακούω κουβέντα έξω - Δεν έχω τα κλειδιά, τα χω πάνω πως να τη βγάλω - Έξω - Δεν έχω δίπλωμα - Έξω - Δεν έχω χέρια - Έξω Ουφφφφ. Γκασμάς. Δεν καταλάβαινε Χριστό. Τι τα θέλω κι εγώ γαμώ την καλοψυχία μου μέσα να πάω να δω αν ενοχλεί η μηχανή μη χέσω. Ρούφα τώρα δέσποτα.
Αναγκάζομαι που λέτε να πάω να βγάλω τη μηχανή έξω. Με χίλια μύρια παρακάλια και αρχίζοντας μανούρα, ένας λιμενικός με καθησυχάζει ότι θα τη βάλει τη μηχανή μέσα στο τέλος απλά να μην κάνω φασαρία. Πείθομαι κι εγώ ως ευκολόπιστος και φιλήσυχος πολίτης για να μην του γαμήσω τα πέταλα.
Εκεί που περιμένω λοιπόν στον λιμένα της Χίου να δω εξέλιξη, γίνεται της ψιλοπουτάνας. Καμιά 50ρια φαντάρια έχουν πάρει άδεια τελευταία στιγμή και δεν τους αφήνουν να γυρίσουν στην ζέστη θαλπωρή του πατρικού τους σπιτιού. Φωνές, σειρήνες, επεισόδια συνθέτουν όλο το σκηνικό. Εγώ έχω μια περίεργη ηρεμία. Η φίλη μου η Σοφία παρακολουθεί από την κουπαστή τα τεκταινόμενα. Μου κάνει νόημα ''τι συμβαίνει'' κι εγώ της απαντώ ''ολα ΟΚ''. Οκ είν το μάτι σου χαλβά. Με κίνηση Cobe Bryant οι λοστρόμοι λύνουν τους κάβους, ενώ η μπουκαπόρτα αρχίζει να ανεβαίνει.. Τι να κάνω? Ποιόν να βαρέσω? Ποιόν να δαγκώσω? Να βάλω μπρος τη μηχανή, να πάρω φόρα κάνοντας άλμα αλα Ντιουκς και να πηδήξω στο κατάστρωμα ή να κοπανήσω τον πρώτο λιμενικό που θα βρω μπροστά μου? Τρομερό το δίλημμα. Δεν έκανα τίποτα από τα 2 γιατί δεν είχα πάνω μου το τσαντάκι με το πορτοφόλι, το κινητό μου και τα υπόλοιπα είδη πρώτης ανάγκης. Κοιτάζω τη Σοφία που κάνει τη σοφή κίνηση να τρέξει στα πράγματα να πάρει το τσαντάκι μου. Χώνει μέσα ένα 20 ευρό και ενώ το πλοίο απομακρύνεται, εκσφενδονίζει το τσαντάκι από τον 3ο όροφο του ''Θεόφιλος''. Θεός φυλάξει. Σαν σκηνή από αμερικάνική ταινία, βλέπω το τσαντί να πλησιάζει στο έδαφος και με πισωπλάγια βήματα, σαν αμυντικός των New England Patriots, μπλοκάρω το πεπόνι, εεεμ το τσαντόνι. Το Σόφη πάνω έχει πάθει παράκρουση και θέλει να πλακώσει τον καπετάνιο στο ξύλο. Εγώ με το που έχω πιάσει την τσάντα, μπουκάρω στον όχλο με τα φαντάρια και αρχίζω τα γαμοσταυρίδια. Γίνεται της πόπης, ένα αλαλούμ άνευ προηγουμένου αλλά το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε. Θα έμενα στη Χίο. ΔυστυΧΙο μου.....
Πέστε μου τώρα εσείς πως θα αισθανόσασταν στη θέση μου? Μονάχος στη Χίο, βαθιά νυχτωμένος, σκοπός και ελπίδα καμιά. Με 20 ευρώ, που δεν φτάνει όχι για εισιτήριο, αλλά ούτε για τσίχλες, χωρίς δωμάτιο, με τις βαλίτσες μου να ταξιδεύουν για Αθήνα και το love να περιμένει να γυρίσω. Σου γυρίζει το μάτι ναι η όχι? Και μετά σου λένε πως γίνονται τα εγκλήματα. Έχω πάθει ζαβαρακατρανέμια. Θα γίνει φονικό Μπάμπη μου. Δεν θυμάμαι καν τι έλεγα στους λιμενικούς, οι οποίοι θέλουν να ηρεμήσω και να πάμε στο λιμεναρχείο για να βρούμε μια λύση. Τι να ηρεμήσω ρε. Ποιά λύση ρε. Μία είναι η λύση, δώστε μου ένα τρίφυλλο γεμάτο με χασίσι. Με τα πολλά τελικά πείθομαι να πάω, γιατί ένας λευκοντυμένος μου σφύριξε, ότι έχει κι άλλο πλοίο σε κάνα δυο ώρες. Ε έρχομαι λίγο στα λογικά μου και ακολουθώ. Πάμε λιμεναρχείο.
Από την επεισοδιακή, μη απόβαση του Ελληνικού στρατού στο πλοίο, τοπικά κανάλια έχουν μυριστεί θέμα και έχουν σκάσει συν γυναιξί και τέκνοις. Η χαρά του ντόπιου ρεπόρτερ. Έχει παρακολουθήσει όλο το σκηνικό και ακολουθεί κι αυτός όλον το συρφετό προς το λιμεναρχείο. Εκεί καταγράφει με κάμερα τον παρακάτω διάλογο, σχεδόν μονόλογο με τον αρχιλιμενάρχη:
- Ρε πάτε καλά ρε. Ρε τι ειν αυτά που κάνετε? Θα τρελαθούμε τελείως? Πάτε και βγάζετε ανθρώπους από το πλοίο ρε? Χωρίς τα πράγματά τους ρε? Κι εμένα τη βαλίτσα μου που έχω 20000 ευρώ μέσα (ναι καλά) ποιος θα μου τα πληρώσει άμα τα χάσω εεεεεεεεε? Μου ΛΕΤΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ (ουρλιαχτό σε Μι ματζόρε, τελευταία οκτάβα δεξιά) - Ηρεμήστε κύριε, θα πάρουμε τηλέφωνο να σας τη φυλάξουν τη βαλίτσα σας. - Σιγά μη μου ετοιμάσουν και Νέσκουικ Φραπέ ρε, που θα τη φυλάξουν. Να πάρεις τηλέφωνο να τους φυλάξει αυτούς ο Θεός πες τους
- Μα τι λέτε κύριε. Σας παρακαλώ. Όλα θα τακτοποιηθούν
- Τι θα τακτοποιηθεί κύριε Ναύαρχε, πως θα φύγω εγώ από δώ μου λέτε χωρίς λεφτά? Μήπως θα με χαρτζιλικώσετε κιόλας? Πέστε μου τι να κάνω κύριε υποπτέραρχε μου. Να πιάσω καμιά δουλειά να βγάλω λεφτά? Ψάχνει κανένας DJ σήμερα το βράδυ? Δεν έχω και τα δισκάκια μου γαμώ την καταδίκη μου. - Θα τα βρούμε κύριε μου. Θα σας βάλουμε δωρεάν στο επόμενο πλοίο μην ανησυχείτε.
- Και πότε είναι το επόμενο?
- Εχμ να ξέρετε έρχεται ένα τώρα σε 1 ώρα αλλά είναι φούλ και αυτό. Δυστυχώς πρέπει να περιμένετε μέχρι το πρωί τον Άγιο Ραφαήλ. - Α δεν ξέρω κανόνισε να μπώ μέσα μην δούμε τον Άγιο Ραφαήλ παρέα όλοι μαζί. - Θα προσπαθήσω. Δεν το υπόσχομαι αλλά θα προσπαθήσω....
Τα νεύρα μου τσατάλια. Δεν ξέρω αν έχω βγει απ τα ρούχα μου περισσότερο από εκείνη τη φορά. Κοιτάζομαι συνέχεια να δω αν είμαι γυμνός. Και να και το κερασάκι στην τούρτα όπου ο δαιμόνιος Χιώτης ρεπόρτερ με το μικρόφωνο στο χέρι με προτρέπει να κάνω μια δήλωση. Και βέβαια αγαπητέ. Δήλωση δεν θα κάνω?.
- ΝΑ ΠΑ ΝΑ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ ΡΕ, ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ....
Αφήνω τα πράγματα στο λιμεναρχείο και πάω να κάνω μια βόλτα μπας και συνέλθω. Σε λίγη ώρα το πλοίο νο 2 έχει δέσει κι αυτό. Νέα επεισόδια εκτυλίσσονται στην προβλήτα, αλλά δεν μου χε μείνει κουράγιο να εμπλακώ. Έχω αποδεχτεί τη μοίρα μου. Απογοητευμένος, αποκαμωμένος και αποβλακωμένος, καπνίζω ένα τσιγάρο στα σκαλάκια του κτιρίου. Περνάει καμιά ώρα και λίγο πιο ήρεμος επιστρέφω στο λιμεναρχείο. Τα τυπάκια εκεί περιμένουν round 2 αλλά ο Balboa τους απογοητεύει και κάθεται ήσυχος στη γωνία του. Μετά από λίγο πιάνουμε και την κουβέντα. Από που είσαι μπλα μπλα μπλα, α κι εσύ, έχω ένα φίλο, μπλα μπλα μπλα και για να μην σας κουράσω άλλο ψήνω τους 2 λιμενάρχες να με ξεναγήσουν στην νυχτερινή Χίο...:Ρ Λεφτά παίζουν μόνο για σουβλάκια αλλά οι παλίκαροι λιμενάρχες προσφέρονται να κεράσουν ότι πιώ. Ε δεν με ξέρανε τα παιδιά. Με πάνε λοιπόν σ ένα σκυλε λιμανίσιο μπαρ, όπου τελικά το κλείνουμε μετά από και γω δεν ξέρω πόσες τεκίλες. Σε κατάσταση σαύρας λοιπόν κι ενώ η ώρα πλησιάζει 6, φεύγω σφαίρα για το πρακτορείο, όπου θα μου έβγαζαν το εισιτήριο. Όπως τα δεκατριάχρονα που περιμένουν να ανοίξουν οι πόρτες σε συναυλία της Madonna, έτσι κι εγώ έχω στηθεί απ όξω και περιμένω τον πράκτορα. Ο Πράκτωρ τελικά μου την κάνει από άλλη πόρτα σαν άλλος 007 και αιφνιδιαστικά ανοίγει από μέσα αυτήν που είχα γείρει. Ωπα της. Ισωμα. Με το που καταλαβαίνω ότι άνοιξε το πρακτορείο, μπουκάρω αστραπιαία και φωνάζω: - ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ ΜΟΥ, ΤΩΡΑ!!!!
Έντρομος ο πράκτωρ μου το βγάζει. Εκεί ησύχασα. Δεν θα μπορούσε τίποτα πια να με κρατήσει εδώ. Ένα πρόβλημα μόνο υπήρχε. Το πλοίο έφευγε 8 το απόγευμα. Τι κάνεις λοιπόν 14 ώρες στη Χίο? Ε τι να κάνεις? Τον τουρίστα. Τα παμε οι Διδυμάρες μπορούν να γυρίσουν αυτόματα, μια άσχημη κατάσταση καπάκι προς όφελος τους. Έτσι λοιπόν είπα να γνωρίσω τις χαρές του όμορφου αυτού νησιού μη χέσω. Αλλά πρώτα έπρεπε να κοιμηθώ. Τι να κάνω λοιπόν είχε ξημερώσει για τα καλά. Παίρνω την μηχανή και ξεκινάω στ άγνωστο με βάρκα την ελπίδα να βρώ την πρώτη παραλία που θα συναντήσω και να αράξω εκεί. Και να τη πετιέται. Στα 5 χιλιόμετρα ήταν εκεί και με περίμενε η αγαπημένη μου παραλία με την ξαπλώστρα. Παρκάρω και φεύγω σφαίρα. Αποθέτω πράγματα, βγάζω μπλουζάκι κι αράζω, Τον καφέ μου παρακαλώ. Πίνω δυό γουλιές και αααααααχ η απόλαυση. Ερημιά η παραλία στις 9 το πρωί και μου μπαίνει και η ιδέα να ρίξω και μια βουτιά με το βρακί μιας και μετά από 18 ώρες ιδρωκοπανήματος μια μπίχλα άλφα την είχα μαζέψει. Τσαπ, νταπ, ντουκ, μπλουμ και μέσα. Αααααααααχχχ. Τέλεια. Ετσι ρε. Greek Summer. Γυρίζω ξαπλώστρα φοράω και τη βερμούδα μου πάλι και η ώρα για ύπνο έφτασε.
Η μέρα ήταν Δευτέρα και δεν σας ανέφερα μέχρι εδώ ότι υποτίθεται ότι θα ήμουν και στην δουλειά. Ε δεν το θεώρησα σημαντικό...:Ρ Και μετά από αυτό εδώ που τα λέμε, ποιά δουλειά, εντάξει. Θα φάω ένα κράξιμο, αλλά ήταν υπεράνω των δυνατοτήτων μου. Θα τους εξηγούσα. Ευτυχώς όμως δεν χρειάστηκε. Γιατί? Γιατί κατά τις μία το μεσημέρι τα κανάλια είχαν αρχίσει και παίζανε ειδήσεις. Και ποιός σκάει πρώτη είδηση, αλλόφρων να ρίχνει μπινελίκια στο λιμάνι της Χίου? Ποιοοοοοος? Εγωωωωωωωωω. Που στάθηκα μπροστά σου και είπα όλα δικά σου, σ αγαπώ. Άσχετο. Έγινα πρωτοσέλιδο. Είναι αυτά τα γαμημένα τα 15 λεπτά δημοσιότητας που σου αντιστοιχούν τελικά και μένα μου έκατσαν σ αυτήν την περίπτωση. Πάλι καλά γιατί αν ξέφευγα άλλο λίγο θα είχα δημοσιότητα για φόνο. Αρχίζουν λοιπόν και χτυπάνε τηλέφωνα από παντού. Μανάδες, φίλοι, συγγενείς, κοπέλες που χαν να με πάρουν 345 χρόνια τηλέφωνο. Όλοι. Τι έγινε, αν είμαι καλά κλπ κλπ. Νιώθω ότι είμαι τουλάχιστον ο Σάκης και το κιν δεν σταματάει να χτυπά. Τελικά είδατε, μέχρι και αρνητική η δημοσιότητα, δεν παύει να είναι δημοσιότητα. Σοφόν.
Το ευτυχές λοιπόν ήταν, ότι και τ αφεντικά μου είδαν την είδηση και έτσι δεν είχαμε γκρίνιες κτλπ. Κατάλαβαν. Ε δεν θα μπορούσα και άλλες. Η ώρες περάσαν λοιπόν, πήγα και για καφεδάκι μετά, βρήκα και κάτι παλαιούς συμμαθητάς όπου ταξιδεύαμε μαζί και τελικά όλα καλά. Όλα? Ε όχι κι όλα. Είχα κι ένα θέμα αν ενθυμίστε που με αφορμή αυτό συνέβησαν όλα αυτά τα κουλά. Το θέμα/νιαου/afrodite/πρόσωπο λοιπόν όλο αυτό το διάστημα δεν τα πολυσήκωνε τα τηλέφωνα και όταν τα σήκωνε τα Παναγιωτάκια Μου και όλα γενικά τα Μου είχαν κοπεί. Την ψιλοσακουλεύτηκα τη δουλειά που λέτε αλλά εκείνες τις ώρες είχα άλλα προβλήματα να ασχοληθώ. Και είπα. Θα γυρίσω πίσω και τότε πια θα καθαρίσω. Ε και τελικά ο Οδυσσέας έφτασε, μετά από όλη αυτήν την ταλαιπωρία, στην Ιθάκη.
Και που ναι η Πηνελόπη οεο? Μήπως με περίμενε στο λιμάνι? Μπά. Μήπως με περίμενε σπίτι που μου χε φτιάξει Ιμαμ Μπαιλντι? Μπα. Μήπως είχε κόψει τις φλέβες τις μην αντέχοντας την απουσία μου? Μπα Μπα Μπα. Ψιλοαδιάφορη εν ολίγοις η κατάσταση κι εγώ ξαναμπαίνω στο τριπάκι κυνήγι. Καταλαβαίνετε λοιπόν αγαπητοί τι είχα τραβήξει όλους αυτούς τους μήνες. Το παρακάτω απόσπασμα περιγράφει απόλυτα την κατάσταση:
Ήθελα να με θέλεις. Εγώ σε ήθελα κι εσύ
έκανες πως με θέλεις ενώ δεν ήθελες. Κι ήθελες να σε θέλω. Κι εγώ σε
ήθελα αλλά μετά κατάλαβα ότι τελικά δεν ήθελες. Και είπα αφού δεν με
θέλεις εγώ γιατί να σε θέλω? Και δεν ήθελα να σε θέλω. Εσύ όμως είδες
ότι σταμάτησα να σε θέλω και άρχισες να με θέλεις ενώ εγώ δεν σε ήθελα.
Και σκέφτηκα, τώρα γιατί να με θέλεις ενώ δεν με ήθελες. Μήπως κάνεις
πάλι ότι με θέλεις ή τελικά με θέλεις? Κι αν με θέλεις στ αλήθεια πως
θέλεις να ξέρω αν σε λίγο καιρό δεν θα θέλεις και θα κάνεις ότι με
θέλεις? Κι εγώ τώρα που δεν θέλω πως να αρχίσω να σε θέλω ενώ νιώθω ότι
δεν θέλω? Θα θελα να ξερα τι γίνεται. Με θέλεις δεν θέλω, δεν θέλεις
σε θέλω, τελείως μπουρδέλο.
Όπως τα λέγαμε. Γαμήστε τα κι αφήστε τα. Και κάπου εδώ το love story φτάνει στο τέλος του. Επειδή όμως κάθε πιασάρικη ιστορία οφείλει να έχει κι ένα happy end κι εγώ έτσι θα κλείσω την μικρή (!) αυτή ιστορία. Με happy end.
Ο παραλογισμός που λέτε λοιπόν συνεχίστηκε για άλλους 2 μήνες. Πως άντεξες ρε κακομοίρη θα αναρωτιέστε. Ε μα με όλα αυτά που τράβηξα αγαπητοί αν το παρατούσα, θα ήταν κρίμα απ τον Θεό. Και εκτός αυτού, έχω αντιληφθεί ότι η βενζίνα στο ντεπόζιτο που λέγαμε μέρα με την μέρα είχε και περισσότερες σταγόνες. Και μετά από τόσο χρόνο που πέρασε είχε σχεδόν γεμίσει. Και τελικά με το ρεζερβουάρ γεμάτο, το μόνο που απέμενε ήταν, αυτός που διάλεξες για συνεπιβάτη σου, να αποφασίσει να σε ακολουθήσει στο ταξίδι που σχεδίασες. Και κάποια μέρα τελικά το πήρε απόφαση. Κι έτσι ξεκίνησε ένα ταξίδι που κράτησε 5 χρόνια και που είχε μέσα όλα τα συστατικά. Όμορφα κι άσχημα, γλυκά και πικρά, έντονα και ήρεμα. Τα πάντα. Πάνω από όλα όμως είχε κάτι πιο σημαντικό και αυτό ήταν που κράτησα στο τέλος. Γνώση. Γνώση για καταστάσεις, για όνειρα, για όλους όσους συνάντησες και γνώρισες, μα πάνω απ όλα γνώση για σένα. Και τώρα μετά από τόσα χρόνια σκέφτομαι καμιά φορά όλη αυτή την περιπέτεια και αναρωτιέμαι. Άξιζε τελικά τον κόπο? Άξιζε τελικά το ταξίδι? Δεν θα απαντήσω εγώ. Το έχουν κάνει άλλοι για μένα. Πρίν από χρόνια...