Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

ΓΥΜΝΟΙ ΣΤΟ HILTON

Σήμερα είχα ένα ραντεβού στο Hilton για μια φωτογράφιση. Όχι δεν ομόρφυνα απότομα. Το ραντεβού ήταν με έναν φωτογράφο και μια φίλη μου, για να κανονίσουμε πως θα φωτογραφηθεί μια σειρά προϊόντων με βάση το ελαιόλαδο. 



Φάε λάδι κι έλα βραδύ λένε, αλλά το ραντεβού ήταν κανονισμένο στις 6 στην πισίνα. Βρισκόμαστε λοιπόν, καθόμαστε σ ένα τραπεζάκι και μπλα μπλα μπλα. Ε ας παραγγείλουμε και κάτι. Στο Hilton ε? Ένα νερό. Όχι εντάξει δεν έχω φτάσει σε τέτοιο σημείο τσιφουτιάς, αλλά την σακουλεύτηκα. Τέλος πάντων ας πάει και το παλιάμπελο λέω. Ένα καφέ, μια μπύρα κι ένα χυμό. Λογαριασμός? 25 ευρώ. Μάλιστα. Ε ρε Jumbo που σας χρειάζεται. Αλλά εντάξει. Ήξερα που είχα βρεθεί κι από την άλλη τελικά δεν πλήρωσα εγώ. Πάλι καλά. Σώθηκε το θέμα. 


Το θέμα μας όμως δεν είναι αυτό. Το θέμα μας είναι ότι με τη συνάντηση αυτή θυμήθηκα ένα παλιό ξεχασμένο γεγονός που έζησα στην πισίνα του Hilton τα παλαιά ωραία μετ εφηβικά μου χρόνια. Ακούστε λοιπόν.

Πριν αρκετά χρόνια λοιπόν, ένα όμορφο ζεστό καλοκαίρι τα έφτιαξα με μια κοπελίτσαααα. Τι κοπελίτσα δηλαδή, αυτή ήταν κινούμενη καταστροφή. Για να καταλάβετε περίπου για τι μιλάω την πρώτη μέρα που τα φτιάξαμε, με έπεισε να της δώσω το μηχανάκι μου να γυρίσουμε σπίτι, ενώ δεν ήξερε ούτε ποδήλατο. Τέλος πάντων το πήρα χαμπάρι γρήγορα πριν φουντάρουμε σε κανα χαντάκι και την κατέβασα κάτω. Η καταιγίδα όμως, μόλις ξεκινούσε.



Μετά από διάφορα ανάλογα περιστατικά που περάσαμε, γυρνάμε στην Αθήνα όπου η γλυκιά μας σχέση συνεχίζεται. Εγώ είμαι σε κατάσταση τρελής αφραγκίασης αφού μόλις πριν κάτι μήνες είχα απολυθεί από φαντάρος και δεν υπήρχε σάλιο. Η κοπελίτσα μου πέρα από την παλαβομάρα της όμως, ξηγιόταν πολύ εντάξει και με supportαρε υπέρ του δέοντος. Μια μέρα λοιπόν έχουμε βγει έξω και περιμένουμε ταξί κάπου απέναντι απ το Hilton.

Δεν λέω, έχω μια δόση παλαβομάρας κι εγώ που παλαιότερα έφτανε και σε σημεία άντε γειά σου, άλλα η κοπελίτσα μου, μου ριχνε στ αυτιά σ αυτό το θέμα. Πρώτη φορά έβρισκα άνθρωπο που με τραβούσε τόσο έξω από τα όριά μου κι αυτό άλλες φορές ήταν συναρπαστικό, άλλες φορές τρομακτικό. Κάπου εκεί ανάμεσα ισορροπούσε και η σχέση μας. Είχα αντοχές τότε.




Περιμέναμε λοιπόν που λέτε, ταξί στις 4 το πρωί. Εκεί κάτι της λέω, κάτι μου λέει και σε κάποια φάση μου τραβάει ένα σουτ στο πόδι. Της ρίχνω κι εγώ ένα τάκλιν και μην τα πολυλογώ έχουμε βρεθεί να γυρίζουμε σκηνή Τσάκι Τσαν στην Βασιλίσσης Σοφίας στα καλά καθούμενα. Μέσα στα πλαίσια της πλάκας που συνέβαινε όλο αυτό μου πετάει σε μια στιγμή την ατάκα: 
- Έχεις πάει ποτέ στο Hilton?
- E? της λέω. Όχι

- Πάμε μου λέει.

Και πριν καν απαντήσω αν θέλω, με τραβολογάει προς την είσοδο.
- Παιδάκι μου είσαι χαζό της λέω? Που με πας?

- Ε πάμε μου λέει ρε. Μέχρι την πισίνα να κάτσουμε λίγο. 
- Ρε είσαι τρελή της λέω. Δεν είμαστε πελάτες. Και είναι τέσσερις το πρωί. Και κοίτα πως είμαστε. Θα φάμε ξύλο.
- Σταμάτα ρε συ μου λέει. Το πολύ πολύ να νοικιάσω ένα δωμάτιο για σήμερα.
- Ε δεν πας καλά.
Ε δεν της πήγα άλλο κόντρα γιατί μέσα μου ήθελα να την κάνω κι εγώ αυτή τη μαλακία. Δεν είχα πάει και ποτέ μου στο Hilton είπαμε. Και σκάμε μύτη.

Με στυλ δισεκατομμυριούχας που όμως έχει ντυθεί χίπισσα από άποψη, μπουκάρει μέσα στο Hilton σέρνοντας τον άλλο κακόμοιρο χίπη, εμένα απ το χέρι και χωρίς να δώσει σημασία καν στην αποστειρωμένη ρεσεψιονίστ, που μας κοιτάζει αποσβολωμένα, οδεύουμε προς την πισίνα. 
Εκεί αποθέτουμε πάνω σε μια ξαπλώστρα ότι μαλακίες κουβαλάγαμε και απλωνόμαστε ως άλλοι Ωνάσηδες, χαζογελώντας με τη μαλακία που μας έπιασε. 



Σε κάποια φάση ζευγαράκι ξένων κατεβαίνει κι αυτό στην πισίνα, αποθέτουν κι αυτοί τα συμπράγκαλά τους, τα πετάνε όλα και πέφτουν γυμνοί μέσα στην πισίνα. Ε καταλάβατε. Με το που το βλέπει αυτό η δικιά σου, τα πετάει όλα κι αυτή και πέφτει μέσα. Έχω μείνει μαλάκας αλλά θέλω και να πεθάνω στα γέλια.
- Έλα μου λέει. Είναι πολύ ωραία.
- Ρε πάει το χασες της κάνω. Ρε θα μας δείρουν και τον είδα εγώ αυτόν στην πόρτα. Έχει ένα χέρι σα κουπί. 
- Έλα σου λέω ρε ξενέρωτε. Είναι τέλεια.
Ε μια ψυχή που να να βγει λέω ας βγει. Τα πετάω κι εγώ όλα λοιπόν και πέφτω μέσα.



Τι ωραία αίσθηση που είναι, όταν τ απαυτά σου ανεμίζουν ελεύθερα στο κύμα, απαγκιστρωμένα από την καταπίεση που ένιωθαν όλη την μέρα μέσα στο βρακί. Ααααχ. Νιώθεις άλλος άνθρωπος ρε παιδί μου. Και να οι απλωτές και δώστου ύπτιο και να γελάκια. Γκαρσόν, δυό ποτήρια σαμπάνια σε παρακαλώ. Μα ποιοι είμαστε τέλος πάντων Οι Κένεντι?

Γκαρσόν δεν υπήρχε 5 το πρωί απ ότι θα φαντάζεστε, ούτε κανείς άλλος γιατί αν ήταν θα βρισκόμασταν από την άλλη πλευρά του Hilton κατά Ευαγγελισμό μεριά. Αλλά η κοπελίτσα μου θέλει να δοκιμάσει την τύχη της. Την τύχη μας καλύτερα. Κολυμπάει προς το γυμνό ζευγάρι και τους ζητάει τσιγάρα. Δεν έχουν ούτε αυτοί τσιγάρα και τότε κάνει την κορυφαία καφρίλα. Βγαίνει απ την πισίνα, φοράει τα ρούχα της και όπως είναι μουσκίδι, ανεβαίνει στην ρεσεψιόν να αγοράσει...(!)


Εντάξει. Ψάχνω γωνία να βουτήξω. Το χω σιγουράκι ότι θα φάμε ξύλο. Ε αφού προς τα κει πάει. Ας ντυθώ λέω καλύτερα, μην πούνε και στην μάνα μου αύριο, ότι ο γιος σας βρέθηκε νεκρός να επιπλέει στην πισίνα του Hilton γυμνός. Ας πεθάνω ντυμένος και αξιοπρεπής. Και περιμένω το μοιραίο. 



Η καλή μου η κοπέλα γυρνάει. Μόνη της. Χωρίς συνοδεία και χωρίς τσιγάρα.
- Τι έγινε ρε της λέω?
- Τους μαλάκες ολόκληρο Hilton και δεν έχουν τσιγάρα. Το πιστεύεις αυτό?
- Δεν είχαν? Και τι έκανες?
- Άσε έκανα ολόκληρη φασαρία. Φώναζα στην ρεσεψιόν, ''τι ξενοδοχείο ειν αυτοοοοοό, δεν υπάρχει εξυπηρέτηση εδω μέεεεεσα, είναι δυνατόν να μην έχετε τσιγαρααααααααα!!!???''

Λοιπόν. Το πήρα απόφαση. Θα με βρούνε κομματάκια σε μαύρη σακούλα πίσω απ το ξενοδοχείο. Είναι παλαβή πάει και τελείωσε. Ήταν ικανή να τους κάνει και μήνυση. Θεούλη μου, θα μαι καλό παιδί απο δώ και πέρα στο υπόσχομαι. Γλίτωσε με τώρα όμως.




Πάμε να φύγουμε ΤΩΡΑ της λέω. Μα κάτσε λίγο μου λέει. Πάμε της λέω η θα φύγω μόνος μου. Και τελικά την πείθω, παίρνουμε τα πράγματα και ανεβαίνουμε τα σκαλιά προς την ρεσεψιόν. Κι εκεί απλά θέλω να φανταστείτε την σκηνή όπου δύο τυπάκια μούσκεμα από πάνω ως κάτω, με τα παπούτσια τους να κάνουν πλάφ πλόφ πάνω στα μάρμαρα, να περνάνε μπροστά απ τη ρεσεψιόν του Hilton και να αφήνουν πίσω τους ένα μικρό ποταμάκι...


Εντάξει. Οι τύποι εκεί στο ξενοδοχείο δεν ξέρω αν είχαν δει κάτι παρόμοιο ποτέ, αλλά δεν βγάλαν τσιμουδιά. Περνάμε σαν κύριοι που λέτε από την είσοδο βρίσκουμε και το ταξάκι μας και πάμε σπίτι. Τη γλίτωσα...

Κι έτσι ολοκληρώνεται το στόρυ. Εντάξει. Απ τις κορυφαίες ιστορίες που μου χουν συμβεί νομίζω. Με την κοπελίτσα η σχέση μας τελείωσε μετά από μερικές εβδομάδες και δεν ξέρω αν είχε συνεχιστεί τι άλλη παλαβομάρα θα μπορούσα να χω κάνει μαζί της. Ήταν ωραία όμως και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Άλλωστε αυτό δεν είναι και το αλατοπίπερο της ζωής?. Και ίσως και το νόημα της? Η τρέλα...




3 σχόλια:

FLORA GIA είπε...

Οι εμπειρίες αυτές είναι για να θυμάται κανείς ότι κάποτε έζησε.
Άκουσέ με κι εμένα.
Κάποτε γίνεται τόσο λεία και προβλέψιμη η ζωή, σχεδόν θανατηφόρα.

zoyzoy είπε...

Αυτά είναι γιαυτό είμαστε νέοι για να κάνουμε καμιά μαλακία να θυμόμαστε μεγάλοι και να γελάμε!
Αν δεν το'χες ζήσει τι θα'γραφες τώρα μου λες?
ότι ένας καφές ένας χυμός και μία μπύρα στοιχίζουν 25ευρώ στο Χίλτον!

Χέστηκε η φοράδα σ'αλώνι δηλαδή!

Τα θαλασσινά μου και σε παίρνει ακόμα για καμιά τρέλα η ζωή είναι μικρή!

elPre είπε...

Aπ' τον τίτλο μέχρι την κατακλείδα, ήταν μια απόλαυση.
Ο οξυμωρικός συνδιασμός της αποστειρωμένης κυριλο-Χιλτονίλας, με την για-ξυλοφόρτωμα-τρέλα, ήταν όλα τα λεφτά!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...