Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΦΑΛΗΡΟ

Από τις πιο ευτυχισμένες περιόδους που θυμάμαι στη ζωή μου, ήταν όταν ήμουν άνεργος.
Απορείτε ε? Κι όμως ναι. Γιατί τελικά, δεν έχει σημασία αν έχεις η δεν έχεις δουλειά, όταν έχεις ελευθερία. Και ελευθερία σημαίνει να μπορείς να διαθέσεις τον χρόνο σου όπου εσύ θέλεις και να κάνεις τις επιλογές που εσύ θα διαλέξεις. Και τότε τα είχα και τα δύο αυτά.

Μετά από το στρατιωτικό λοιπόν ποιός να με πάρει για δουλειά? Κανένας. Ε τι να κανα, έπιασα δουλειά στο καφενείο του πατέρα μου για 3-4 ώρες την ημέρα. Ο πατέρας μου, μου έδινε τότε ένα 500άρικο την ημέρα. Όχι ευρώ. Δραχμές. Δηλαδή σα να λέμε περίπου 1,5 ευρώ σήμερα (!) Αλλά για τσιγάρα κι ένα καφέ το απόγευμα έφταναν. Ωραίες εποχές τότε ε?. Για ψώνια και άλλες καταναλωτικές καταστάσεις, ούτε λόγος βέβαια. Είχα να αγοράσω καινούργιο μπλουζάκι, δύο χρόνια. Αλλά δεν με ένοιαζε και ιδιαίτερα. 

Με το ίδιο λοιπόν, αγαπημένο, παλιό μου μακό, καβαλούσα ένα δανεικό μηχανάκι και βολτάριζα στο Θησείο. Το παρατούσα όπου να ναι και άραζα στα τραπεζάκια με φίλους, όπου τρώγαμε τον ήλιο με το κουτάλι. Κουβεντούλα με το καφεδάκι στο χέρι, χαβαλές, φλερτ. Τα πάντα. Πόσο ανέμελος ένιωθα τότε, πόσο ελεύθερος. Πόσο δεν με ένοιαζε που δεν είχα να αγοράσω καινούργια παπούτσια και φορούσα τα άρβυλα του στρατού. Και τι έγινε, αν δεν είχα δραχμή στην τσέπη. Με ένα αστείο κι ένα χαμόγελο, όλα τα λεφτά του κόσμου πηγαίναν στην άκρη και απλά περίμενα να καταπιώ την επόμενη μέρα.

Έπαιρνα την κοπελιά μου θυμάμαι και μας άρεσε να πηγαίναμε στο Φάληρο. Καθόμαστε στην προβλήτα με δυο μπύρες και μιλούσαμε ώρες ατελείωτες. Και μύριζε αρμύρα παντού, στον αέρα, στο δέρμα, στις λέξεις μας. Και γελούσαμε και γυρνούσαμε αγκαλιά στο μηχανάκι το βράδυ μην ξέροντας αν θα μείνουμε από βενζίνη. Και να μέναμε πάλι θα γελούσαμε. Όλα ήταν αστεία για μας. Όλα είχαν τη δική τους χάρη γιατί είχαμε τις λιγότερες σκοτούρες που θα μπορούσαμε να έχουμε. Και όλα αυτά συνέβαιναν, για το λόγο ότι απλά, δεν είχαμε λεφτά. Άρα δεν είχαμε και τίποτα να χάσουμε...

Τώρα λοιπόν που υποτίθεται ότι μεγάλωσα και ωρίμασα, που βγάζω κάποια ικανοποιητικά χρήματα για τα δεδομένα της εποχής νιώθω πολύ περισσότερο πιεσμένος. Υποτίθεται ότι τα λεφτά θα μου έδιναν τη δυνατότητα να κάνω πράγματα που δεν θα μπορούσα να κάνω, ότι θα έκαναν τη ζωή μου πιο εύκολη και πιο άνετη. Υποτίθεται...

Τίποτα όμως απ όλα αυτά πραγματικά δεν συμβαίνει. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Η μανία που μας πιάνει μόλις έχουμε δυο φράγκα παραπάνω, να αγοράσουμε όσο πιο ακριβό αμάξι μπορούμε, να πιάσουμε σπίτι στην τάδε ''καλή'' γειτονιά, η να σπουδάσουμε τη δουλειά που ναι μεν δεν μας αρέσει αλλά θα βγάλουμε περισσότερα λεφτά, είναι αυτό τελικά που μας κάνει πιο δυστυχισμένους.

Ναι είμαστε πιο δυστυχισμένοι. Όσο αποκτούμε είμαστε. Γιατί  κάθε μήνα έχουμε να ανησυχούμε αν θα έχουμε να πληρώσουμε την πιστωτική, το δάνειο του αμαξιού, την ασφάλεια, το πετρέλαιο του καλού μας σπιτιού. Και μέσα στο άγχος να τα καταφέρουμε, γυρίζουμε σπίτι από μια δουλειά που σιχαινόμαστε, που απλά τη διαλέξαμε γιατί θα μας εξασφάλιζε οικονομικώς. Όχι και συναισθηματικώς όμως. Και καθόμαστε σε μια γωνιά του σαλονιού. Κι απέναντι η μιζέρια. Και έρχεται η ώρα να παντρευτούμε, όπου πρέπει να πληρώσουμε για το γάμο. Και πρέπει τα πετσετάκια στο τραπέζι να είναι φούξια. Και πρέπει να πάμε με ακριβό αμάξι στην εκκλησία, γιατί τι θα πει ο κόσμος. Και πρέπει πρέπει πρέπει πρέπει πρέπει. Και πρέπει να πληρώνεις μια ζωή. Να πληρώνεις ΤΗ ζωή καλύτερα. Και η αγαπημένη σου? Αυτή που πίνατε μπύρες στο Φάληρο και ήσασταν τότε τόσο ερωτευμένοι και γελούσατε τόσο συχνά, χωρίς το τίποτα, τώρα που έχετε τα πάντα, τι συμβαίνει? Τίποτα. Τα γέλια σας είναι σπάνια. Και της μιλάς για τη δουλειά συνέχεια όποτε γυρίζεις στο σπίτι. Κι αυτή το ίδιο. Κι εσύ βρίζεις. Κι αυτή φωνάζει. Και που να πήγε τόση αγάπη...

Και το παιδί σου? Τα παιδί σου έχει μάθει κι αυτό το ίδιο. Το έμαθε από σένα. Να θέλει. Κι εσύ πρέπει να το υποστηρίξεις όσο μπορείς. Και θα φροντίσεις την εκπαίδευση του. Θα το στείλεις Γερμανικά από 4 ετών και μαζί φροντιστήριο και παράλληλα πιάνο. Να τα ξέρει όλα για να μπορεί να βγάλει κι αυτό όσα περισσότερα λεφτά γίνεται. Να ασκήσει ένα προσοδοφόρο επάγγελμα. Να γίνει κι αυτός ένας επαγγελματίας δυστυχισμένος.

Περνάμε δύσκολες στιγμές τον τελευταίο καιρό, οι περισσότεροι τουλάχιστον.
Εγώ όμως κατά βάθος δεν ανησυχώ. Δεν ανησυχώ γιατί θυμάμαι πως είναι να είσαι φανταράκι στον Έβρο χωρίς μία, η στην Αθήνα άνεργος. Δεν ανησυχώ γιατί θυμάμαι πως μπορούσα να περάσω καλά και με το τίποτα. Δεν ανησυχώ γιατί ξέρω πια ότι σημασία έχουν τα χαμόγελα και όχι τα ακριβά ρούχα. Το έμαθα αυτό καλά, έστω κι αν χρειάστηκε να πέσω κι εγώ στη λούμπα του να αποκτήσω άυλα υλικά. Τώρα όμως θα προχωρήσω. Θα προχωρήσω με αυτά που έχω. Και το μόνο που θα ζητάω θα είναι συναισθήματα. Συναισθήματα και μια βόλτα στο Φαλήρο....

1 σχόλιο:

yvris είπε...

Aπο τη μια καλα τα λες.
Απο την αλλη ειμαστε σε μια καλη ηλικια ακομα. Αν ομως αρρωστησεις (χτυπα ξυλο) ή εχεις αρρωστο στο σπιτι, η ασφαλεια σου καλυπτει ψιχουλα κι αυτα μετα απο 6 μηνες, τοτε να δω αν τα φτυνουμε τα λεφτα ή οχι... Κατα της καταναλωτικης νοοτροπιας ειμαι κι εγω, απλα με εχει πιασει και το απαισιοδοξο μου τωρα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...