Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ Η ΣΗΜΑΙΑ, ΕΧΕΙ ΧΡΩΜΑ ΓΑΛΑΝΟ...

25η Μαρτίου. Σαν τώρα θυμάμαι πριν χρόνια που η δασκάλα μου στο δημοτικό μου ανάθεσε να πω το ποίημα ''Της πατρίδας μου η σημαία''. Ανέβηκα λοιπόν στη σκάλα και άρχισα με το πρώτο κουπλέ.
Το πλήθος από κάτω παραληρούσε...
- Της πατριιιιιιιίδας μου η σημαίιιιιιιιιια έχει χρώωωωωωμα  γαλανόοοοοοοο μπλα μπλα μπλα....

Και εκεί που λέτε στα 7 μου χρόνια με έπιασε το πρώτο μου stage fright.
Κολλάω. Δεν θυμάμαι τίποτα παρακάτω. Στέκομαι σαν αγγούρι στη σκάλα. Τα κωλόπαιδα οι συμμαθητές μου χασκογελούν. Εγώ κόκκινος, ασορτί με το μπλουζάκι μου. Από κάτω στεκόταν και ''Εκείνη με τα ροζ κοκαλάκια και τα ποιηματάκια που θα μάθετε'' που λέει και ο Δεληβοριάς.

Αμ δε που θα μάθουμε. Εγώ δεν το χα μάθει. Ξεφτίλα στο γκομενάκιον. Η μαμά μου επίσης ολίγον ντροπιασμένη ένιωθε την ανησυχία μου. Ξεφτίλα οικογενειακώς. Που να κρυφτώ. Η καλή μου δασκάλα αναλαμβάνει να σώσει την κατάσταση. Ως από μηχανής θεός, έρχεται πίσω από τη σκάλα και αρχίζει να μου λέει το ποίημα σκονάκι. Με τα χίλια ζόρια, ολοκληρώνεται η ωδή προς την πατρίδα. Έτσι που λέτε, το πρώτο σκονάκι, μου το ψιθύρισε η δασκάλα μου. Τι να πω. Πάρτε παράδειγμα για αργότερα.

Να σας πω και την πλήρη αλήθεια, είχα χάσει το ποίημα και ντρεπόμουν να το πω στη δασκάλα. Είχα μάθει το μισό όταν το χασα και αποφάσισα να ανέβω στη σκηνή με τη λογική 7χρονου που θεώρησε ότι θα του έρθει η επιφοίτηση εκείνη την ώρα. Και να, είδατε τι συνέβη? Αυτά είναι τα παιδικά τραύματα που μένουν. Και γαμώ την 25η Μαρτίου.


Να μην πω για την παρέλαση. Αυτό το ρατσιστικό, να μπαίνουν οι ψηλοί και οι ψηλές μπροστά μ έκανε πάντα να βγάζω σπυριά. Έχουμε που έχουμε τον πόνο μας ρε δάσκαλε να ούμε, εμείς οι μετρίου αναστήματος, μας έφτυναν από το νηπιαγωγείο αι ψηλαί υπάρξεις, έρχεσαι κι εσύ να μας στείλεις στα τάρταρα των πίσω σειρών. Ρε μάστορα τι θες τώρα να μας κάνεις κομπλεξικούς?
Και γιατί να μην πηγαίνουν οι κοντοί μπροστά? Αφού οι ψηλοί βλέπουν κι από πίσω. Στις συναυλίες πώς κάθονται πίσω? Αφήστε τα. Σάπιο το εκπαιδευτικό σύστημα.
Και μετά αναρωτιόταν οι καθηγητές στο Λύκειο γιατί την κοπανούσα στις παρελάσεις.
Μπα? Τι λες? Σ αρέσει ο πουρές? Δεν το ξερά να κάνω τον κομπάρσο των ψηλών, να μου παίρνουν όλη τη δόξα και εγώ να ψυχορραγώ εκεί πίσω στην ουρά. Και να μου πετάνε και στραγάλια οι απ έξω.

Αυτά. Θα ήθελα για επίλογο να ζητήσω συγνώμη από τον Θεόδωρο, τον Γεώργιο, την Λασκαρίνα και τους υπόλοιπους ήρωας που δεν τους ετίμησα με την παρουσία μου κάποιες φορές αλλά ετέθη θέμα ψυχικής υγείας και όπως καταλαβαίνετε δεν. Αλλά θα σας εκτιμώ έστω και απών. Ζήτω το Έθνος. 

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

ΜΑΝΟΥΛΑ ΕΚΑΨΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ


Και εκεί που η αγαπημένη μου μανούλα με έψησε να της ανεβάσω φωτογραφία στο FB η οποία παρεμπιπτόντως έκανε πάταγο, μου πετάει έτσι στο μπάμ και τη νέα της ιστοριούλα. Καλά γέλια...

- Που λες σήμερα παιδί μου τι έπαθα. 
- Τι mom?
- Να πήγα στο συνεργείο να δω τ αμάξι αν το φτιάξανε κι ήταν εκεί μπροστά ένας μάστορας, μια αγριόφατσα.
- E και?
- Και λέω άπαπα κοίτα μούτρα, είναι κι ασχημομούρης.
- Μάλιστα.
- Και όπως πάω να ρωτήσω για το αμάξι, μου χαμογελάει και τι μου λέει?
- Τι ρε μάνα?
- Κυρία μου είστε πολύ όμορφη.
- Εχχεχχχεχε και?
- Ε να και κοιτάω το Θανάση το μάστορα τον άλλο και του λέω, καλέ σε μένα τα λέει αυτός? Και μου λέει ο Θανάσης. Ναι ψάχνει για νύφη. Και του λέω. Εμένα βρήκε?
- Αχααχχαχααχχαχαχαχαχα και τι έγινε μετά?
- Ε να με ρωτάει αυτός. Πόσο χρονών είστε? Του λέω 65. Αααα μου κάνει. Νεότατη. Ε ευχαριστώ του λέω κι εγώ. 
- Ααχαχχαχαχαχαχα (έχω λιώσει) και για πες. 
- Και γυρνάω στο Θανάση και του λέω. Βρε συ αυτός εδώ την ψάχνει τη νύφη? Ε ναι μου λέει και τη θέλει και με προίκα. Να χει ένα σπίτι. Και του λέω. Τι να το κάνει το σπίτι. Δεν βλέπει τώρα που τους βάζουν τα χαράτσια και τους τα παίρνουν.?
- Αχχααχχαχαχαχαχαχα. Και τι είπε?
- Ε μου λέει δεν ξέρω τι θέλει αυτός. Και του λέω κι εγώ του Θανάση. Βρε συ. Δεν βγαίνεις εσύ να δουλεύεις μπροστά στο μαγαζί να βάλεις αυτόν πίσω που σαι και ομορφόπαιδο? Αυτός δεν έχει ελπίδα.
- ΧΑΑΧΧΑΧΑΧΑΑΧΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ
- Ε ναι. Δεν ξέρει ο βλάκας. Πάει και δουλεύει στο βάθος μες τη μουτζούρα. Τι να πείς. 
- Μάνα έκαψες καρδιές
- Καλά και που να χα βάλει και τις κρέμες μου να χα παει και κομμωτήριο, να δεις τι θα πάθαινε.
- ΑΧΑΧΧΑΧΑΧΑχαχαΑΧΧΑ. Και μετά?
- Ε παίρνω το αμάξι και φεύγω και του λέω: Καλή τύχη.
-ΑΧχαχαχαχαχαχαχαχα. Τον αποτελείωσες. (νταξ έγραψε πάλι)



Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Ο ΜΠΛΕ ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν....


...στο υπόγειο μιας μεγάλης πολυκατοικίας στεκόταν μονάχος σε μια γωνιά, ένας όμορφος μπλε χαρταετός.
Και τι δεν είχε περάσει εκεί μέσα. Κρύο τον χειμώνα, υγρασία και ζέστη το καλοκαίρι. Τα πάνδεινα. Άντεχε όμως. Ο μπάρμπα Πέτρος που τον κατασκεύασε, τον είχε φτιάξει από εξαιρετικά υλικά. Ο σκελετός του ήταν από ξύλο, ελαφρύ, καλαμίσιο, αλλά γερό κι ευλύγιστο, όχι σαν κι αυτά τα κόντρα πλακέ που βάζουν στους άλλους. Τον είχε ντύσει με μπλε και λευκό χαρτί πρώτης ποιότητας και του χε φορέσει και σκουλαρίκια χάρτινα, χρυσά βαμμένα, μεγάλα σαν κι αυτά που φοράνε οι πειρατές. Πόσο όμορφος ήταν. Και στο τέλος του πρόσθεσε και μια μακρυά γαλάζια ουρά, τόσο μεγάλη που άλλος χαρταετός δεν είχε.


Ήταν πια ένας γέρικος χαρταετός. Τον είχε αγοράσει ο κυρ Θανάσης για τα παιδιά του και τον έβγαζαν έξω να πετάξει μια φορά το χρόνο, την Καθαρά Δευτέρα. Κάποιες φορές τον άφηναν εκεί κάτω στην αποθήκη για δύο ή και τρία χρόνια, αλλά τόσον καιρό δεν τον είχαν ξεχάσει ποτέ. Κι αυτός υπομονετικά περίμενε κάθε φορά πότε θα έρθει η μία και μοναδική μέρα που θα ξανανέβαινε στον ουρανό.

Μια καινούργια χρονιά λοιπόν είχε φτάσει. Είχε μπει ο Φεβρουάριος και οι μέρες για την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς πλησίαζαν. Ο χαρταετός ανυπομονούσε. Ήθελε τόσο να πετάξει. Άραγε φέτος θα τον ξέχναγαν πάλι? Η αγωνία του ήταν μεγάλη. Δυο μέρες πριν την Κυριακή λοιπόν στο υπόγειο που περίμενε, εμφανίστηκαν δυο αρουραίοι.


 Αφού εξερεύνησαν το χώρο με τις τριχωτές μουσούδες τους, σταμάτησαν μπροστά στον χαρταετό.
''Πολύ όμορφος μου φαίνεται αυτός εκεί ο χαρταετός'' είπε ο ένας.
''Και πολύ νόστιμος'' συμπλήρωσε ο άλλος
Ο μπλέ χαρταετός ανήσυχος άκουσε την κουβέντα και αποφάσισε να μιλήσει.
''Για καθίστε καλά, σας παρακαλώ πολύ, δεν είμαι εγώ φτιαγμένος για τα δόντια σας'' τους φώναξε.
''Γιατί τι θα μας κάνεις?'' του απάντησε ο ένας αρουραίος περιπαικτικά.
''Εγώ λέω να ξεκινήσουμε να τον ροκανίζουμε από κει κάτω δεξιά,'' σχολίασε αδιάφορα ο άλλος γεμάτος όρεξη.
Ο χαρταετός ένιωσε την απειλή να τον κυκλώνει. Αλλά τι θα μπορούσε άραγε να κάνει? Ένας χαρταετός ήταν που είχε δύναμή μονάχα στον αέρα. Εδώ κάτω στην αποθήκη ήταν ένα απλό κομμάτι χαρτί. Σκέφτηκε να τους παρακαλέσει.

'' Φίλοι μου σας ικετεύω. Μην μου κάνετε κακό. Μεθαύριο είναι Καθαρά Δευτέρα και θα έρθουν να με πάρουν να πετάξω. Αφήστε με για μια τελευταία φορά και μετά ελάτε να μου κάνετε ότι θέλετε. Δεν θα με πειράξει. Για μια τελευταία φορά μόνο.
Οι αρουραίοι γέλασαν δυνατά.
''Κι εμείς τι θα κερδίσουμε με το να περιμένουμε?. Ίσα ίσα που θα μείνουμε πεινασμένοι άλλες δυό μέρες'' είπε ο μεγαλύτερος
''Και δεν ξέρουμε κιόλας αν θα επιστρέψεις'' είπε χασκογελώντας ο άλλος.

Ο μπλε χαρταετός απογοητεύτηκε. Οι ποντικοί ήταν αποφασισμένοι. Δεν μπορούσε να αποτρέψει το κακό. Και το κακό έγινε. Ο πρώτος πεινασμένος ποντικός άρχισε να του ροκανίζει το καλάμι και ο δεύτερος πήρε φόρα και έπεσε με δύναμη πάνω του σκίζοντας του το χαρτί. Ο πόνος ήταν αφόρητος και στο τέλος αυτό που έμεινε στον χαρταετό ήταν όλα κι όλα δυό μισοφαγωμένα καλάμια κι ένα κατατρυπημένο χαρτί. Ήταν πολύ λυπημένος. Δεν μπορούσε να κάνε τίποτα πια.


Η Καθαρά Δευτέρα είχε φτάσει και ο κυρ Θανάσης με τα παιδιά του κατέβηκαν στην αποθήκη. Προς απογοήτευση τους είδαν τον χαρταετό σε κακό χάλι.
''Πω πω κρίμα, χάλασε ο χαρταετός μας. Μα τι έπαθε? είπε στεναχωρημένο το ένα παιδί''
''Πρέπει να τον έφαγαν τα ποντίκια'' είπε το άλλο
''Τι κρίμα'' είπε ο κυρ Θανάσης. ''Μην στεναχωριέστε όμως παιδιά μου. Θα πάρουμε έναν καινούργιο. Πιάστε τον τώρα αυτόν να τον βγάλουμε έξω να τον πετάξουμε''

Και έτσι ο όμορφος μπλε χαρταετός βρέθηκε στα σκουπίδια, πιο στεναχωρημένος και θλιμμένος από ποτέ. Είχε αποδεχτεί πως δεν θα πετούσε ποτέ ξανά. Περίμενε λοιπόν το τελευταίο στάδιο. Να έρθει το σκουπιδιάρικο να τον μαζέψει.

Καθώς περίμενε απελπισμένος, άκουσε δυο παιδικές, κοριτσίστικες φωνές
''Ζωή, κοίτα. Ένας χαρταετός. Τι όμορφος που είναι.'' φώναξε με ενθουσιασμό το ένα κορίτσι
''Ναι αλλά είναι σκισμένος Ελπίδα'' αποκρίθηκε το άλλο
Καθίσαν για λίγο να τον περιεργαστούν. Τον πήραν στα χέρια τους. Ο χαρταετός τότε έκπληκτος άκουσε την Ελπίδα να λέει:
''Κι όμως νομίζω ότι μπορεί να ξαναπετάξει. Να τον πάμε στον μπαμπά να δούμε τι μπορεί να κάνει''.

Κι έτσι τον πήραν μαζί στο σπίτι. Ο πατέρας τους μόλις άκουσε την ιστορία, χαμογέλασε και τους υποσχέθηκε να προσπαθήσει να τον ξαναφτιάξει . Πήρε λοιπόν καινούργιο χαρτί, άλλο καλάμι, τον ξαναζύγιασε τον κόλλησε και έστειλε τη Ζωή να αγοράσει μια μεγάλη καλούμπα.
''Τώρα κορίτσια είναι όλος δικός σας. Τρέξετε για το λόφο να τον αμολήσετε!''

Τα κορίτσια έτρεξαν ανυπόμονα στον κοντινό λόφο και τον άφησαν να πετάξει. Ναι ο χαρταετός ζούσε και πάλι. Ήταν τόσο ευτυχισμένος. Τόσο τυχερός που τον βρήκαν αυτά τα δύο μικρά κορίτσια. Το μόνο που τον κρατούσε πια στη γη ήταν ο μακρύς σπάγκος που τον πήγαινε εδώ και κει όπου φύσαγε ο αέρας. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη.

Και τότε έγινε αυτό που κανείς δεν περίμενε. Ο σπάγκος κόπηκε. Ο χαρταετός άρχισε να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Τώρα δεν τον κρατούσε τίποτα στο έδαφος.


''Ζωή, Ζωηηηη, ο σπάγκος κόπηκε, ο χαρταετός έφυγε ψηλά. Τι θα κάνουμε. Τι θα κάνουμε!!''
''Τίποτα Ελπίδα. Τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα '' απάντησε η Ζωή. ''Μην λυπάσαι όμως. Νομίζω ότι κι ο χαρταετός μας τελικά αυτό θα ήθελε περισσότερο. Να πετάξει όσο πιο ψηλά γινόταν. Άφησε τον. Τώρα ανήκει στον ουρανό''
Η Ελπίδα την κοίταξε γεμάτη απορία. Μετά γύρισε και κοίταξε τον χαρταετό που χανόταν ανάμεσα στα σύννεφα. Χαμογέλασε. Τώρα πια ήταν ελεύθερος.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

ΜΗ ΜΕ ΞΥΠΝΑΣ ΑΠ ΤΙΣ ΕΞΙ


Ντριιιιν. Τελέφωνον. Το γνωστό νούμερο τράπεζας με τα πολλά μηδενικά:

- Κυριε Λαμπρίδη καλημέρα σας. 
- Καλημέρα.
- Θα θέλαμε να σας κάνουμε μια προσφορά για την εξόφληση του λογαριασμού σας μέσω πιστωτικής που σας προσφέρουμε και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα (περνάει ενα τέταρτο)
- Μάλιστα. Εμ ωραία η προσφορά σας.
- Σας ενδιαφέρει?
- Ναι αμέ, άλλη μια πιστωτική κάρτα να έχω θα ήταν φανταστικό χωρίς να δουλεύω
- Α δεν εργάζεστε?
- Οχι και δεν το βλέπω σύντομα.
- Κύριε Λαμπρίδη λυπάμαι πάρα πολύ αλλά δεν θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην έκδοση της πιστωτικής κάρτας.
- Όχι ρε κοπελιά μην μου το κάνεις αυτό.
- Δυστυχώς δεν γίνεται
- Κρίμα μωρέ. Και με είχες ψήσει. Δεν πειράζει. Ξαναπάρε με το 2018. Μπορεί και να χω βρει τίποτα.
- Εμ ναι. Καλημέρα.
- Καλημέρα.

Απλά θα πω ότι, η εκδίκηση για τα ξυπνήματα 9 το πρωί απ τις τράπεζες τόσα χρόνια είναι γλυκειά....






Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

ΚΑΝΕ ΜΙΑ ΑΝΩΜΑΛΙΑ. ΚΑΝΕ ΕΝΑ ΚΙΤ ΚΑΤ

Από την εκδρομή μας λοιπόν στο Βερολίνο την τελευταία μέρα αυτό που θα χουμε να θυμόμαστε εφ όρου ζωής είναι η επίσκεψή μας σε ένα κλαμπάκι που ονομάζεται Κιτ Κατ. Kάντε ένα διάλειμμα που λέει κι η διαφήμιση και διαβάστε...



Η φίλη μας η Έβελυν που λέτε, μένει μόνιμα στο Βερολίνο. Έτσι λοιπόν το τελευταίο μας βράδυ, θέλησε να μας πάει κάπου ξεχωριστά. Έτσι σκέφτηκε να μας πάει στο Κιτ Κατ το οποίο δεν έχει καμία σχέση με το γνωστό σοκολατί γκοφρετίδιο. Και μας προειδοποιεί:
- Παίδες εκεί που θα πάμε δεν είναι ένα συνηθισμένο κλαμπ.
- Δηλαδή πως είναι?
- Ε να εκεί μέσα πάνε λίγο εκκεντρικά άτομα.
- Ε εντάξει ρε 'Εβελυν. Κι εμείς τέτοια είμαστε....

Περνάει λοιπόν η ώρα και την περιμένουμε να ρθει να φύγουμε. 
Εμφανίζεται κατά τις 2 με κάτι στολές παραμάσχαλα.
- Τι ειν αυτά καλε?
- Στολές. Πρέπει να τις βάλουμε αλλιώς δεν μπαίνουμε μέσα.
- Σωπα ρε και τι στολές είν αυτές?
- Να δείτε...



Ε και όπως βλέπετε, η μικρή Ολλανδέζα, Ο Μπάτμαν, Ο Φαραώ, μια Πειρατίνα που λείπει και ένας τύπος απροσδιορίστου στολής είπανε να βγούνε για μια ευχάριστη βραδιά. Μάλιστα. Ρε συ Έβελυν της λέω τι είν εκεί? Μασκέ? Έχουν Απόκριες νωρίς εδωπέρα? Θα δεις μου λέει. Φόρα τη στολή. Ε και ντύθηκα κι εγώ έτσι απλά. Μπάτμαν.
Στην αρχή, η στολή που μου χε κάτσει ήταν Φαραώ, αλλά για το λόγο ότι στη στολή του Μπάτμαν ο ξάδερφος Κως δεν έμπαινε είπαμε να κάνουμε την τράμπα. Τα αποτελέσματα μας δικαίωσαν.



Τι άτομο ρε παιδιά ειν αυτό. Όχι πέστε μου. Τέλος πάντων. Σκάμε που λέτε 2 το βράδυ στο μαγαζί. Στην πόρτα τύπισα μας υποδέχεται αλλά δεν αφήνει τον άλλο μου ξα τον Χριστάκη να μπει γιατί λέει δεν είναι σωστά ντυμένος. Ε ναι ρε συ Χριστάκο, που πας μόνο με μια μπλούζα που έχει τρύπες στη ρώγα να μπεις μέσα στο μαγαζί. Πας καλά? Πολύ φλώρικο. Πρέπει να γίνεις πιο Extreme. Ε με τα πολλά τα καταφέρνουμε και μπαίνουμε. Ε και με το που μπαίνουμε τι να δουν τα ματάκια μου.




Στον προθάλαμο, ημίγυμνοι σφίχτες κυκλοφορούν παντού, ξώβυζες με δερμάτινα κολάρα και μαστίγια και ένας γκαρνταρομπιέρης όπου το μόνο που φόραγε ήταν μια κόκκινη κορδέλα δεμένη στο ματζαφλάρι του. Μάνα μου τι ζω. Νομίζω ότι παίζω σε ταινία.
- Ρε μαλάκες τι γίνεται εδώ μέσα?
- Έτσι είναι όλο το μαγαζί. Κάτσε δεν έχεις δει τίποτα ακόμα
- Ρε μαλάκες δεν θα φύγουμε σώοι. Ταυτότητες έχετε να μας αναγνωρίσουν τα πτώματα μετά.?
- Έλα σώπα ρε. Μια χαρά ασφαλής είναι. Οι μισοί εδώ μέσα είναι δικηγόροι και γιατροί.
- Ρε τους επιστήμονες. Ε για να δούμε τι θα δούμε.
Και μπαίνουμε στο κυρίως γεύμα.


Το κλαμπ, νταμπαντουπάδικο μέχρι αηδίας και οι πάντες μέσα ημίγυμνοι με σώβρακα, Gay, Lesbians, ένας χαμός. Κάτι τύπισες με μαστίγια με το που μας βλέπουν θέλουν να μας μαστιγώσουν. Οκ εντάξει. Ο Κωστάκης είναι ντυμένος Φαραω και καλά, αλλά περισσότερο μοιάζει κάτι ανάμεσα σε αρχηγό χαμένης φυλής των Ινκας και μεγαλοντίλερ κόκας. Ο λαός εκεί μέσα με το που τον βλέπει έχει αλαλιάσει. Wow μεγάλε και δώστου χαι φαιβ και τα ρέστα. Εγώ ψάχνω τοίχο να κολλήσω τον κώλο μου. Βρίσκουμε τελικά μπαράκι για άραγμα όπου η μια μπαργούμαν είναι  κλασσικά με τα βυζιά έξω και η άλλη είναι με ολόσωμο μαύρο φόρεμα. Ε λέω να ένα σοβαρό κορίτσι επιτέλους. Παραγγέλνω σ αυτήν ένα Γιεγκερμαϊστερ και όπως γυρίζει να πιάσει το μπουκάλι βλέπω το πίσω μέρος του φορέματος της...



Το αυτό χωρίς βρακί. Μάλιστα. Περιμένοντας να μου φτιάξει το ποτό μου, έχω πάθει ένα πολιτισμικό σοκ. Όταν λέμε την έκφραση της παρτόλας, θα πρεπε να χει δίπλα το λεξικό φωτογραφία του Κιτ Κατ. Παίρνω το ποτάκι μου και ακουμπάω στο μπαρ. Σε κάποια στιγμή νιώθω δίπλα μου και προς τα κάτω ένα έντονο σκούντημα. Μα τι γίνεται, αναρωτιέμαι. Κοιτάζω προς τα κάτω και τελικά δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Ένας τύπος είχε ξαπλώσει μια γκόμενα πάνω στα πόδια μου και την έγλειφε. Απλά πράγματα...


Δεν ξέρω πόσο φυσιολογικά θα μπορούσες να πάρεις ένα τέτοιο γεγονός αλλά τελικά ήταν θέμα προσαρμογής. Όσο περνούσε ο χρόνος ένιωθα και πιο άνετα, βοήθησε και το ποτό κι έτσι ντυμένος απλά και λιτά με την μαύρη μου κάπα παρακολουθούσα τα τεκταινόμενα  Να σας πω την αλήθεια δεν είχα φρικάρει και τόσο πολύ.  Ένιωθα μια σχετική ασφάλεια γιατί έπιανα στα μάτια των υπολοίπων που με κοιτάζανε ότι τον Μπατμαν τον σκιάζονταν λιγουλάκι. Και λογικό γιατί σου λέει τώρα τι ψυχάκι είναι αυτό που έσκασε εδώ ντυμένος νυχτερίδα, μες τους τσίτσιδους  Όσο να ναι μια άλφα διαταραχή θα την έχει. Μπορεί να κουβαλάει και κάνα σπαθί από μέσα. Αστον να πάει στην ευχή. Και δεν με πολυπλησιάζανε που λέτε. Μέχρι τη στιγμή που η μοίρα επέλεξε να μου στείλει δίπλα μου το άτομο που έμελλε να στιγματίσει τη βραδιά.



Μαλάκα λέω δεν παίζει αυτό. Μου κάνει πλάκα ο Θεός. Αποφάσισα να ντυθώ Μπάτμαν και έσκασα μέσα σε παρτολάδικο στο Βερολίνο και πετυχαίνω λούγκρα ντυμένη Ρόμπιν με βρακί? Έλεος. Με γυρίζουν ταινία δεν εξηγείτε. Που ναι οι κάμερες να χαιρετήσω.

Ο Ρόμπιν που λέτε με τσεκάρει και σκάει κατά δώθε.  Ε να μην φανώ αγενής του δίνω ένα χαι φαιβ τσουγκρίζουμε τα ποτά μας, μου λέει κάτι ακαταλαβίστικες Αγγλογερμανικες μαλακίες και παίρνω τον πούλο λίγο κατά πέρα για να μην νομίζει ότι θέλω να τον πάρω και κυριολεκτικά. Γιατί ο Ρόμπιν όπως προείπα μάλλον την κούναγε την αχλαδιά και σου λέει, ''Μαλάκα ντύθηκα Ρόμπιν και βρήκα εδώ μέσα τυχαία ποιον? Τον Μπάτμαν? Με αγαπάει ο Θεός των Gay'' Θεέ μου. Λοιπόν φίλε Ρόμπιν, τα παμε, τσουκρίσαμε οκ. Φτάνει...


Που λέτε πάω στη βάση μου πίσω πάλι. Ξέρετε, στο ασφαλές μπαράκι με τις ξέκωλες-ξώβυζες όπου πέφτουν γλυφομούνια στο πάτωμα.  Home sweet home. Ο Ρόμπιν καραδοκεί αλλά δεν του κάνω τη χάρη. Κρατάω απόσταση. Αλλά άμα θέλει η πουτάνα η μοίρα σου να μπλέξεις θα μπλέξεις. Και μετά από 2-3 Γιεγκερμαϊστερ που λέτε, τι παθαίνω? Κατουριέμαι...



Πρόβλημα πρόβλημα, πες μου πως το λύνεις. Και δεν ντύθηκα και Αστυνόμος Σαΐνης να ούμε που είναι και αντισέξουαλ και δεν σου κάνει και κούκου να τον γαμήσεις. Ήμουν ο Μπάτμαν που όσο να ναι αν είσαι γκει θα τό ψηνες να σε κανονίσει αυτός ο μαυροντυμένος τύπος με τη μάσκα. Ωιμέ.

Όλα αυτά περνάνε απ το μυαλό μου και σκέφτομαι πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο να κατουρηθώ πάνω μου παρά να πάω στις τουαλέτες του Κιτ Κατ. Αλλά λέω: Ρε μαλάκα, άντε γαμήσου ποιος θα τολμήσει να ενοχλήσει τον Μπάτμαν. Πρόταξε τα στήθη σου και πήγαινε. Ε και πήγα.


Στις τουαλέτες του Κιτ Κατ λοιπόν τα πράγματα είναι όπως έξω σε ανωμαλία αλλά Χ 10. Τέσσερις τουαλέτες στη σειρά με πόρτα, σφίχτες ημίγυμνοι παντού περιμένουν και μόλις ανοίγει μια πόρτα μπουκάρουν δύο δύο μέσα. Μάλιστα. Εγώ με το αυστηρό μου ύφος, δίνω στον κόσμο να καταλάβει ότι με άλλον δεν μπαίνω τουαλέτα. Περιμένω υπομονετικά, ώσπου τσουπ μια τουαλέτα αδειάζει. Φεύγω σφαίρα σαν σούπερ ήρωας που είμαι, μπαίνω μέσα και διπλοκλειδώνω. Ουφ. Όλα οκ. Άντε να κατουρήσω. Χμ. Πως να κατουρήσω τώρα που η στολή είναι ολόσωμη? Ε πως? Θα πρέπει να τη βγάλω ολόκληρη και τώρα είναι ένα ρίσκο να γδυθείς εκεί μέσα γιατί δεν ξέρεις από που θα σου ρθει. Ε και τι να κάνω. Αποφασίζω να σκίσω τη στολή στο επίμαχο σημείο κοντά στο φερμουάρ για να βγάλω το Γιαννάκη έξω να δει τα πλακάκια. Και χρααατς....


Ααααχ. Ξαλάφρωσα. - Γιαννάκη όλα καλά? - Καλά αφεντικό. Βάλε με μέσα τώρα γιατί δεν νιώθω και πολύ καλά εκτεθειμένος εδωπέρα. - Εντάξει αγόρι μου. Πέσε κοιμήσου τώρα - Πάω -Άντε καλό βράδυ. Κι έτσι που λέτε αποχαιρετώ το Γιαννάκη, τον βάζω στο σλιπάκι, ανοίγω το πορτάκι και βγαίνω διαδρομάκι. Κι εκεί νε την πουτάνα την τύχη μου, ποιόν βλέπω? Τον Ρόμπιν. Ω ρε φίλε. Έπιασα το Τζόκερ.



Μαλάκα μου. Γέλασαν και τα μουστάκια που δεν είχε. Tον πούστη τον κωλόφαρδο είδατε πως τον πάει? Και μου πιάνει ξανά κουβέντα.
- Hey Batman, you here?
- Me here γαμώ το φελέκι σου my dear friend Robin. Even Batman have to take a pee. You ok?
- Yeeeah. Fine
- Πως να μην είσαι fine βρε τριμάλακα, αφού με πέτυχες στην τουαλέτα, γαμώ την κωλοφαρδία σου.
- What did you said?
- Nothing my friend. I said that i was fine too
Κι εκεί που ο Ρομπας αρχίζει το χλιμιτζούριασμα, διακόπτει την κουβέντα τρίτο τυπάκι το οποίο δεν πιστεύει στα μάτια του ότι έχει βρει στις τουαλέτες του Κιτ Κατ, δύο Σουπερ ήρωες να μιλάνε για κατούρημα.



- Hey man thats fantastic. Batman and Robin toghether at the toilet? I have to take a picture of you two.
- Οκ ρε μεγάλε. Τράβα μας και μια φωτογραφία να μας κάνεις τσιμπούκι διεθνώς.
- What?
- Nothing. Τελείωνε.
Ε και που λέτε μας τραβάει μια. Φωτογραφία. Χαιρετώ τον συνάδελφο Ρόμπιν και γυρνάω στην παρέα μου αφήνοντάς τον μισοαπογοητευμένο που δεν του πρότεινα να λύσουμε καμιά υπόθεση.


Δηλαδή δεν μπορούσε να μου κάτσει κάνα τέτοιο έστω και μέτριο γυναικείο δίδυμο? Γαμώ την καταδίκη μου. Τες πα. Γυρίζω πίσω που λέτε και τους λέω ποιόν πέτυχα στην τουαλέτα. Αρχίζουν τα παιδιά τα γέλια, μέχρι που η Εβελυν κοιτάζει την τρύπα που αν θυμάστε έκανα στην τουαλέτα στη στολή μου στο σημείο G. Εκεί της κόβεται το γέλιο και με κοιτάζει έκπληκτη. Την κοιτάζω και αυτόματα πιάνω το συνειρμό.
- Ωχ. Εβελυν, δεν είναι αυτό που νομίζεις...
- Πως έγινε αυτό ρε Πάνο?
- Να δεν μπορούσα να κατουρήσω με τη στολή και αναγκάστηκα να κάνω τρύπα. Μην μου στεναχωριέσαι όμως θα το ράψω.
- Είπα κι εγώ ρε συ. Τρελάθηκα. Χαχαχα. Δεν πειράζει οκ. Θα το ράψουμε.
- Ε ναι ρε συ τι νόμιζες δηλαδή. Χίλια σορι μωρέ που το σκισα αλλά όπως καταλαβαίνεις βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση.
- Χαχαχα. Ναι ρε συ οκ.


Πω πω. Λοιπόν είδατε ρε παιδες πως μπορείς να παρεξηγηθείς να ουμ απ το πουθενά. Τέλος πάντων όλα καλά ηρεμήσαμε λίγο, ήπιαμε και κάτι τελευταία και μιας και ξημέρωσε κινήσαμε για το δωμάτιο μας.

Έτσι που λέτε τελείωσε ευτυχώς αναίμακτα η τελευταία μας έξοδος στο Βερολίνο. Ωραία ήταν γελάσαμε, καλά περάσαμε και πλέον γυρίσαμε στο Ελλάντα να περάσουμε τις original απόκριες. Κι αν με ρωτήσετε τι θα ντυθώ να σας πω. Οτιδήποτε άλλο εκτός από Μπάτμαν. Γιατί το δις εξ αμαρτείν που λένε φίλοι μου, ουκ ανδρός σοφού. Έτσι δεν είναι?...



Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΝΑ, ΔΕΝ ΗΜΟΥΝΑ ΕΓΩ ΓΙΑ ΑΕΡΟΠΛΑΝΑ

PART 1. Η Αναχώρηση 

Επιτέλους. Τα κατάφερα κι εγώ λίγο πριν τα 40 να πάω εξωτερικό. Νταξ ψέμματα είχα πάει και στη Βουλγαρία στο Μπανσκο 3 μέρες, αλλά δεν μπήκα σε αεροπλάνο. Δεν πιάνεται αυτό ε? Είχα πατήσει και το πόδι μου στην Τουρκιά στα σύνορα 1 μέτρο μέσα στη σκοπιά, αλλά μάλλον ούτε αυτό πιάνεται. Tέλος πάντων να μην σας τα ζαλίζω, πήγα που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται στα Βερολίνα και στα Άμστερντααααμ.




Τι ωραία τι καλά λοιπόν το ταξίδι ξεκινά. Πρέπει να μαστε πρωί στο αεροδρόμιο με τη γνωστή και μη εξαιρετέα φίλη μου Μαρίνα. Νταξ. Είναι γνωστή πλέον η φρίκη που τρώω με τα αεροπλάνα, αλλά λέω δεν γαμείς να φύγω απ αυτό τον κόσμο χωρίς να χω πάει λίγο παραέξω? Κρίμας δε θα ναι?. Κι έτσι να τος ο δικός σου εκεί στα τσεκ ιν μπροστά. Όλα καλά και πάμε στην αναμονή.

Στην αναμονή, κουλή Λαζοντόιτς οικογένεια περιμένει απέναντι μας. Θα σας περιγράψω μόνο τι φόραγε το ένα κορίτσι  Μαύρο κολλάν με νεκροκεφαλές, κίτρινο φουλάρι λαχουρέ, φούξια γαλάζια μπλούζα και μπλε πορτοκαλί αθλητικό  Πραγματικά θέλει προσπάθεια για να ντυθείς έτσι. Αλλά όχι για να σας αποδείξω ότι δεν ήταν τυχαίο και το άλλο κορίτσι της οικογένειας, ηλικίας γύρω στα επτά φορούσε μπλουζάκι με ασημί πούλιες, μωβ κολάν, λεοπάρ μπουφάν, ροζ κάλτσα και μαύρο λουστρίνι. Είχε θέμα η οικογένεια. Παραδόξως η μητέρα ήταν οκ ντυμένη. Με το τζηνακι της κλπ, όλα σε τάξη. Δεν ξέρω τι ζόρι τραβούσε με τα παιδιά της. Τέλος πάντων, κλασσικά μας πιάνουν κουβέντα. Δεν ξέρω τι γίνεται και όλοι οι παράξενοι πέφτουν πάνω μας αλλά μπλα μπλα μπλα καταλαβαίνουμε το θέμα τους και μας ειδοποιούν να μπούμε στο αεροπλάνο.


Από το παράθυρο του αεροδρομίου παρατηρώ το αεροπλανάκι. Καθαρούλι, στρουμπουλό με κάτι μηχανάρες να, φαινόταν οκ. Ε λέω ρε πούστη μου δεν μπορεί να φάω πάλι φρίκη με αυτό. Όλα καλά θα πάνε. Μπέκα μέσα. Και μπαίνω. Καθόμαστε στις θεσούλες μας, Μαρίνα παράθυρο, εγώ στη μέση και δίπλα μου ένα άλλο ταλαίπωρο παλικάρι που είχε παραμάσχαλα κάτι περιοδικά κι ένα μπλέ τετράδιο. Δεν δίνω πολύ σημασία γιατί με έχει πιάσει ένα άγχος. Οι μηχανές δουλεύουν στο φούλ. ΚΑΙ φύγαμε.



Ναι. Τελικά δεν το χω. Το αροπλάνο τρέχει με 500 χιλιάδες χιλιόμετρα την ώρα κι εγώ βρίσκομαι σε ψυχολογικό αμόκ. Σε κάποια φάση σηκώνεται και ωωωωπ. Νιώθω ακριβώς το συναίσθημα αυτό που η ψυχή φεύγει απ το σώμα σου. Βλέπω αυτό το τούνελ με το φως που λένε οι ψυχοτέτοιοι. Προσπαθώ να μείνω ψύχραιμος. Κοιτάζω απ το παραθυράκι αριστερά και μου ρχεται στο μυαλό το τραγούδι του Χατζή που το τραγουδούν κάτι χαζοί. ''Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά''. Ναι καλά. Ποιος μαλάκας έγραψε το στίχο. Εμένα μ αρέσει αυτό που λέει ο Καζούλης που δεν είναι καθόλου χαζούλης που λέει: ''Μάνα δεν ήμουνα εγώ για αεροπλάνα''. Και όχι δεν έχω κάνει λάθος. Ο αρχικός στίχος ήταν ''Μάνα'' και όχι ''Αννα'' γιατί και αυτός είχε αεροπλανοφοβία, ασχέτως που στη δισκογραφική του πάνε να το κάνει ''Αννα'' γιατί είναι πιο πιασάρικο.  Τέλος πάντων. Η Μαρίνα από την άλλη δεν καταλαβαίνει Χριστό. Είναι μες την καλή χαρά. Ε την ξέρετε την παροιμία που λέει με τις τρελές που χουν τις τύχες τις καλές. Αυτό. Τες πα. Καλό μου κανε εμένα, έπαιρνα θάρρος.


Με τα πολλά το αεροπλανάκι, παίρνει τα ίσα του και είμαστε πάνω απ τα σύννεφα. Παίρνω ένα περιοδικό να ηρεμήσω. Είναι στα Γερμανικά μη γαμήσω. Δεν ξέρω Γερμανικά. Σε κάποια στιγμή αρχίζουν οι αναταράξεις. Γιούχου. Εκεί παρέδωσα. Κοιτάζω τους κινητήρες αν έχουν πιάσει φωτιά, κοιτάζω τo δεξί φτερό που τρέμει, κοιτάζω δεξιά, κοιτάζω αριστερά να βρώ στήριγμα. Πουθενά. Τι να κάνω, τι να κάνω. Είμαι κι άθεος δεν μπορώ να προσευχηθώ. Οι αναταράξεις σταματούν. Συνέρχομαι.
Μαρίνα: - Τι έγινε πουλάκι μη φοβάσαι, έτσι κάνουν τα αεροπλάνα.
Εγω (κίτρινος): Α ναι? Γιατί?
Μαρίνα: - Είναι τα κενά αέρος
Εγω (βαθυκίτρινος) : Και γιατί δεν τα αποφεύγει, δεν τα βλέπει? Εγώ με το μηχανάκι τις λακκούβες τις αποφεύγω.
Μαρίνα: - Βλαξ
Εγω (σχεδόν κινέζος) : Άσε μας στον πόνο μας ρε Μαρίνα. Τι τα θέλουμε τα εξωτερικά άνεργοι άνθρωποι. Φράγκο δεν έχουμε. Θα το μάθει κι η Μέρκελ και θα μας περιμένει στο αεροδρόμιο.
Μαρινά: - Παναγιώτη μου ηρέμησε, όλα είναι μια ιδέα. Γείρε πίσω να απολαύσεις το ταξίδι. Σκέψου τι ωραία που θα ναι στο Βερολίνο και...
Εγώ (πρασινος) : Θα γείρω μια κει καλή αν γείρω. Τι ιδέα μου ρε. Στις θεωρίες μανούλα είσαι. Να σε ρωτήσω. Άμα σου αμολήσω μια κατσαρίδα πάνω στο χέρι σου, θα είσαι ήρεμη?
Μαρίνα: - Θα πεθάνω
Εγώ: Κι εγώ μετά θα μαι από πάνω σου και θα σου λέω: Ηρέμησε Μαρίνα μου. Γείρε λίγο και απόλαυσε τη βόλτα της κατσαρίδας στο μπράτσο σου. Ιδέα σου είναι. Δεν θα μου πεις να πα να γαμηθώ?
Μαρίνα: - Ε θα στο πω.
Εγώ (κόκκινος) : Ε γάμησε μας λοιπόν κι άσε μας.


Που λέτε, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε αγαπητοί μου αναγνώσται, αλλά άμα έχεις φοβία με κάτι έχεις. Δεν πα να σαι δυό μέτρα με κάτι μπράτσα σα κουπιά πάλι φοβάσαι. Καλά ούτε δυο μέτρα είμαι ούτε μπράτσα έχω αλλά λέμε τώρα. Τις κατσαρίδες πάντως δεν τις φοβάμαι και θα προτιμούσα να φάω μια παρά να ξαναζήσω αυτό με το αεροπλάνο. Αλλά το ταξίδι δεν τελείωσε εδώ.

Συνεχίζει που λέτε απτόητο το αεροπλανάκι να γυρνοβολά ανάμεσά στα σύννεφα. Προσπαθώ να το ξεπεράσω, αλλά οι αναταράξεις συνεχίζονται. Δεν γίνεται πρέπει να βρώ μια λύση. Δεν θα πάθω εγώ ψυχολογικά επειδή ο πιλότος δεν ξέρει να οδηγάει. Και τη βρήκα. Κάθε φορά που αρχίζουν τα πάνω κάτω, κουνάω και εγώ το κεφάλι μου δεξά κι αριστερά σα ζαβό γιατί έτσι δεν καταλαβαίνω το τράνταγμα. Το διπλανό τυπάκι με το μπλέ τετράδιο, έχει φάει κι αυτός το ίδιο χέσιμο και μου κλέβει το κόλπο. Και που λέτε βρισκόμαστε δύο ανίατα στα διπλανά καθίσματα να κουνάμε τα κεφάλια μας σαν τα σκυλάκια εκείνα που τα κολλάς στο καντράν του αυτοκινήτου και τα κεφάλια τους πάνε πέρα δώθε στις λακούβες. Και δώστου κούνημα. Το Μαρίνα ροχαλίζει, κουράγιο μηδέν από κει. Τι να κάνω άλλο. Αρχίζω και κοιτάζω στα μάτια τους αεροσυνοδούς. Έχουν αυτό το ατάραχο χαμογελαστό βλέμμα ρε παιδί μου που σε κάνουν να νιώθεις μια ασφάλεια. Σου λένε με τον τρόπο τους, μεγάλε μου, όλα καλά πάνε μην ανησυχείς. Αρκεί να μην πέσεις σε Gay Γερμανό αεροσυνοδό και τον κοιτάς επίμονα στα μάτια γιατί εκεί υπάρχει πρόβλημα. 



Μα ρε πούστη μου κι αυτή η EasyJet μου χει βάλει λούγκρες να μου κάνουν τις προισταμένες. Ελεος. Πες και να γίνει καμιά στραβή, να με αρπάξει και κανένας κινεδουάρδος να μου δώσει τον τελευταίο ασπασμό? Ε όχι. Είναι κρίμα απ το Θεό. Τουλάχιστον άμα πέφταμε να άρπαζα μια δίμετρη ξανθιά να παω ο άτυχος με μια ικανοποίηση. Χέσε μέσα. Τίποτα δεν με πάει.

Με τα πολλά, περνάμε κι αυτόν το σκόπελο με τις αναταράξεις και είμαστε πάνω απ το Germany. Και σε κάποια στιγμή ωωωωπ, χάνω τον κόσμο κάτω απ τα πόδια μου. Αρχίζει και κατεβαίνει το μηχάνημα. Ωωωωωωωωπαααα. Βλέπω απ το παραθύρι τα συννεφάκια αρχίζουν και μας πλησιάζουν. Ηρέμησε αγόρι μου ηρέμησε. Σε λίγο θα χουν τελειώσει όλα. Κι εκεί που μπαίνουμε μες το σύννεφο, τι κάνει το άτομο ο πιλότας? Στρίβει 580 μοίρες να πάρει ευθεία για το διάδρομο. Τι κάνεις ρε μάστορα έχεις τρελλαθεί? Που βλέπεις να πούμε μες την ομίχλη και κάνεις μαγκιές? Τι νομίζεις ότι γυρίζουμε το Aviator? Τα χω παίξει.




Έχω παρατηρήσει επίσης το διπλανό τυπάκι με το μπλέ τετράδιο κάθε φορά που γίνεται μαλακία το ανοίγει και κάτι σημειώνει. Γαμώ την τρέλα μου τι κάνει αναρωτιέμαι. Τι γράφει. Θέλω να τον ρωτήσω αλλά δεν έχω κουράγιο. Μάλλον αφήνει αποχαιρετιστήριο γράμμα στους γονείς του. Καημένε μου φίλε πόσο σε καταλαβαίνω. Θα θελα να σκίσω μια σελίδα, να γράψω κι εγώ αλλά δεν γίνεται. Το ζωντανό δίπλα μου ξυπνάει επιτέλους. 
- Τι έγιεεειενεεεε? Φταααασαμεεεε? Αααχμμμφφφ (τέντωμα)
- Ναι σκάσε.
- Α καλά. Τι έπαθες?
- Θα σου πω μετά.
- Καλά



Μαρίνα κοίτα φώτο που βρήκα με αεροπλανάκι της EasyJet. Καλά. Ξαναπες μου εμένα τίποτα για ασφαλείς προσγειώσεις. Παρένθεσις αυτό. Πάλι καλά που λέτε τελικά όμως το πουλί δεν έκανε ότι το παραπάνω και προσγειώνεται με ασφάλεια. Θέλω να λύσω τη ζώνη μου και να πανηγυρίσω. Ναι ρε. Τη σκαπουλάραμε στο πήγαινε. Τώρα μας μένει μόνο το γύρνα.  Δε γαμιέται. Τουλάχιστον θα ζήσω να απολαύσω την εκδρομή μου και μετά ας πεθάνω.

PART 2. Η  Επιστροφή 

Ε λέω τώρα που τα μαθα τα κόλπα πέρασα και όμορφα, θα μαι πιο ήρεμος. Η αναχώρηση είναι γύρω στις 6 το πρωί και λέμε που να κοιμηθούμε τώρα. Θα βγούμε έξω να γίνουμε λιάρδα, να μην καταλάβω και τίποτα. Δοκιμάζω λοιπόν αυτό το κόλπο. 

Είμαστε σε Ελληνικό μαγαζί Βερολίνου όπου τυπάκια με μπουζούκι το χουν κάνει Ακρόπολη. Πίνω πίνω πίνω, δεν ξέρω τι θα γίνω η κατάσταση και φτάνει η στιγμή να φύγουμε να πάμε στο ξενοδοχείο να πάρουμε τα πράγματά μας για το αεροδρόμιο. Πλερώνουμε και σηκωνόμαστε. Την ώρα λοιπόν που ανοίγουμε την πόρτα για να φύγουμε, το τελευταίο τραγούδι που παίζει είναι ''Το τελευταίο βράδυ μου''
Ρε να γαμήσω να ούμε. Θες να αγιάσεις και δεν μπορείς. Εκεί που ήμουν καλά μου ξαναμπαίνει η μπρίζα με τα αεροπλάνα. Ουφ ρε πούστη μου. Πάμε για ξενοδοχείο.


Όλοι είμαστε έτοιμοι και ποιόν άραγε να περιμένουμε να ετοιμάσει βαλίτσα στις 4 το πρωί  Ποιόν? Τη Μαρίναααα. Είναι το άτομο για το μπάζα τέλος (φάε κι ένα κράξιμο διαδικτυακό μπας και στρώσεις). Τέλος πάντων φτάνουμε αεροδρόμιο 4 το πρωί  Ψοφόκρυο και σκοτεινιά παντού.  Γερμανοί μπάτσοι ακροβολισμένοι στις γωνίες και νεκρική σιγή σε όλο το αεροδρόμιο. Μανούλα μου. Νιώθω ότι παίζω σε θρίλερ. Τα ξίδια μου χουν γυρίσει την κατάσταση ανάποδα και τώρα με έχει πιάσει ακόμα χειρότερα από την αναχώρηση. Είμαι σε κατάσταση, δεν μπαίνω μέσα θα πάρω το τρένο. Στο σταθμό του Μονάχου, παρατήστε με άχου. Αλλά σκέφτομαι ότι δεν παίζει μια και ότι η Μαρίνα θα με κάνει ρόμπα παντού. Και με πιάνει και το εγωιστικό μου. Όχι ρε. Θα το πολεμήσω. Δεν είμαι κότα εγώ ρε χαμούρες.



Και να μαι στο κοκπιτ. Το σκηνικό ίδιο με την αναχώρηση. Εγώ στη μέση τυπάκι δίπλα κι η Μαρίνα στο παράθυρο. Την μουγκαμάρα σπάει αεροσυνοδός που κάνει το αστειάκι. 
- Αθήνα πάτε? - Εμ ναι - Κι εμείς...χαχαχα
Χα πολύ καλό ρε μεγάλε, ψοφήσαμε. 
Κι ξεκινάει πάλι το μαρτύριο  Το τζετ μες τα μαύρα σκοτάδια πιάνει ταχύτητα φωτός και εγώ τα μπράτσα της καρέκλας. Θα κλείσω τα μάτια, θα δώσεις τα χέρια παντού θα φωλιάσουν λευκά περιστέρια. Μαλάκα μου τι σοκ. Κάνω μόνο θετικές σκέψεις, ότι δε 2-3 ώρες θα μαι σπιτάκι μου στη γωνίτσα μου να χουχουλιάσω στο παπλωματάκι μου που δεν έχω κοιμηθεί κιόλας. Αχ τι δε θα δινα να μουν εκεί..

Κι εκεί που η θετική μου σκέψη αρχίζει να με αγαλλιάζει, το μάτι μου πιάνει στο παραδιπλανό κάθισμα γκομενάκι που διαβάζει βιβλίο. Και το βιβλίο τι τίτλο έχει λέτε? Ε? Τι τίτλο γαμώ την τρέλα μου. Να σας δείξω εγώ τι τίτλο είχε.


ΑΑΑΑΑΑΑ ΡΕ ΠΛΑΚΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΤΕ ΡΕΕΕΕΕ. ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΡΕ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ. ΔΕΝ ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΕΓΩ ΡΕ ΜΕ ΨΥΧΙΚΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ. ΑΡΚΕΤΑ ΕΧΩ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ.
Ε ρε παιδιά δεν ξέρω τώρα, σύμπτωση είναι αυτό? Ε όχι πείτε μου δηλαδης να καταλάβω κι εγώ να ουμ. Αλλά μάλλον έτσι είναι. Όταν ένα θέμα  σε απασχολεί τα πάντα γύρω στο θυμίζουν. Όλα σε θυμίζουν παλιά κι αγαπημένα, πράγματα δικά σου καθημερινά που λέει κι η Χαρούλα. Μια χαρούλα τα λέει. Ουφ.





Ο διπλανός μου εντωμεταξύ κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Ούτε αναταράξεις καταλαβαίνει ούτε τίποτα. Η Μαρίνα τα ίδια. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι. Το γκομενάκι απέναντι δεν κοιμάται. Και είναι και νοστιμουλι. Με κοιτάζει στα μάτια. Τη κοιτάζω κι εγώ. Και τότε.........
Άντε ξανά μανα πάλι κενά αέρος. Και βλέπει στα μάτια μου τον τρόμο. Ω ρε πούστη  Μου χάλασε και το καμάκι. Εγώ ξεκινάω το γνωστό σύστημα αποφυγής τρόμου που είναι να κάνω το ανίατο. Δυστυχώς ο διπλανός μου δεν συμμετέχει αυτή τη φορά και το γκομενάκι μένει να κοιτά τον παραπληγικό μόνο του στη θέση 20Β της EasyJet. Και το ταρακούνημα συνεχίζεται για 20λεπτο.

Κι εκεί λύγισα. Κι έκανα την προσευχή μου. Κι εκεί κατάλαβα πολύ καλά και την ανάγκη του ανθρώπου για τη θρησκεία. Ας μην το βαρύνω όμως. Η ώρα πέρασε τελικά και έφτασαμεν στην ηλιόλουστη Αθήνα. Εκεί στην προσγείωση δεν φοβήθηκα καθόλου να σας πω. Μάλλον τοχα πάρει απόφαση. Αλλά έπαιξε ρόλο και ο ήλιος. Η αλήθεια είναι ότι με τον ήλιο τα βλέπεις αλλιώς τα πράγματα. Ηλιόλουστα.

Αυτό ήταν που λέτε το ταξιδάκι μας στο εξωτερικό. Λείπει το κεντρικό κομμάτι βέβαια με τις περιπέτειές μας εκεί, αλλά θα επακολουθήσει κι αυτό εντός ολίγων ημερών και υπόσχομαι ότι θα χει κι αυτό πολύ πλάκα. Stay tuned...

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΨΑΡΑ

Σας έχω πει ότι μ αρέσει πολύ ο Χόρχε Μπουκάϊ? O ποιός? θα αναρωτηθείτε κάποιοι. Λοιπόν να εξηγήσω. Το τυπάκι είναι ένας ψυχίατρος όπου βγάζει φόρα παρτίδα τα άπλυτα του κάθε παρανόϊα ασθενή του και γράφει κάτι γαμάτα βιβλία με ψυχοσωματικοκοινωνικοφεύγα περιεχόμενο. Ένα που διάβασα που λέτε τελευταίως είχε διάφορες ιστοριούλες σαν και τα παραμυθάκια που διαβάζαμε μικροί, με πολύ απλή γλώσσα αλλά με πολύ βαθύ νόημα. Μια από αυτές είναι η Παραβολή του Ψαρά. Να με συγχωρεί ο Χόρχε που θα την αναπαράγω, αλλά θα του κάνω πιο κάτω διαφήμιση. Λέει λοιπόν:


   Κάποτε σ ένα νησάκι της Καραϊβικής, υπήρχε ένα χωριό που το έλεγαν Μονέδο. Έξω απ το Μονέδο λοιπόν στην άκρη της παραλίας ζούσε ένας φτωχός ψαράς ο Μάτσε. Ο Μάτσε ξυπνούσε κάθε μέρα νωρίς το πρωί, ετοίμαζε τα πράγματα του και έπαιρνε τον δρόμο για την ανατολική ακτή του νησιού. Εκεί έστεκε με τις ώρες πάνω σε έναν άσπρο βράχο, μέχρι να δύσει ο ήλιος. Έβγαζε το καλάμι του έριχνε την πετονιά και περίμενε. Αν και φτωχός ο Μάτσε, ήταν  ικανοποιημένος με την ζωή του. Είχε τη γυναίκα του την Αντέλε, τα παιδιά του κι αν δεν έπιανε ψάρια και καμιά φορά τι έγινε?  Κοιτούσε ψηλά στον ουρανό κι έλεγε:
''Δεν πειράζει, ας είμαστε καλά. Αύριο πάλι''.

Μια από τις συνηθισμένες του μέρες, ο Μάτσε σηκώθηκε χαράματα, πήρε τα σύνεργα του, φίλησε την γυναίκα του και ξεκίνησε για τον βράχο. Ο καιρός ήταν υπέροχος, ζεστός κι ο ουρανός ένας πανέμορφος γαλάζιος πίνακας. Μόνο δυό μικρά σύννεφα στο βάθος σαν λευκές πινελιές έσπαγαν το ατέλειωτο αυτό μπλε που φώτιζε όλο και περισσότερο όσο ο ήλιος ανέβαινε ψηλότερα. Η θάλασσα λάδι, ήρεμη και κρυστάλλινη, νόμιζες ότι μπορούσες να την πιεις στο ποτήρι. Έβλεπες μέσα της βαθιά ως το σημείο που το φως κατάφερε να φτάνει. Ο Μάτσε απόθεσε την τσάντα με τα ψαρικά, το καλαθάκι με το φαγητό του και έκανε μια πρώτη αναγνωριστική προσπάθεια

Το ότι είχε άπνοια δεν ήταν και το καλύτερο για να ψαρέψει γιατί τα ψάρια μπορούσαν να διακρίνουν τον κίνδυνο καθαρότερα μέσα στη γαλήνη παρά την μεγάλη όρεξη τους. Αν και δυσκολεύτηκε, τελικά η τύχη του δεν τον εγκατέλειψε και το γεύμα της ημέρας μέχρι το απόγευμα είχε εξασφαλιστεί. Εκεί λοιπόν λίγο πριν ξεκινήσει για να γυρίσει πίσω στο σπίτι , γύρω στις 10 οργιές μακρυά απ τα βράχια και 5 οργιές σε βάθος κάτι άστραψε στα μάτια του για μια στιγμή. Ο Μάτσε κάθισε ακίνητος για να δει πιό καλά. Ηρεμία. Μπα δεν ήταν τίποτα. Ο ήλιος με τη θάλασσα του παίζουν παιχνίδια με το φως, σκέφτηκε. Αλλά τελικά δεν ήταν ιδέα του.


Η στιγμιαία αυτή λάμψη εμφανίστηκε και πάλι. Τώρα μπορούσε να διακρίνει ολοκάθαρα. Έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο με αυτό που έβλεπε. Μια μεγάλη τούνα που ένας Θεός ξέρει πως είχε βρεθεί εκεί στα ρηχά  έκανε βόλτες δίπλα στον άσπρο του βράχο. Ο Μάτσε έκπληκτος από το θέαμα κάθισε να την χαζεύει για αρκετή ώρα. Αμέσως μόλις συνήλθε λίγο και με προσεκτικές κινήσεις μάζεψε πίσω την πετονιά του, που ήταν ήδη στη θάλασσα, δόλωσε ένα αφράτο σκουλήκι και την ξανάριξε μέσα όσο πιο κοντά γινόταν στην τούνα. Το βαρίδι με το δόλωμα έσκασαν 2 οργιές μακρυά απ το σημείο που βρισκόταν. Με τον παφλασμό, η τούνα τρόμαξε κι απομακρύνθηκε. Ο Μάτσε δεν πτοήθηκε. Μάζεψε και πάλι, πέρασε σε ένα διπλανό βράχο και ξανάριξε πιο κοντά. Το αποτέλεσμα όμως ήταν πάλι το ίδιο. Η τούνα πήγε από την άλλη μεριά. Συνέχισε έτσι μέχρι που βράδιασε. Τελικά όμως δεν κατάφερε τίποτα.

Μάζεψε τα πράγματά του λοιπόν αφού είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και γύρισε στο σπίτι μισοαπογοητευμένος. Βρήκε τη γυναίκα του στο κατώφλι να σκουπίζει.
'' Καλώς τον μου. Καλώς ήλθες. Πως πήγε η ψαριά σήμερα?''
''Μέτρια πράγματα'' της απάντησε αυτός και μπήκε με γρήγορα βήματα στην καλύβα.
Δεν είπε κουβέντα στην Αντέλε. Δεν ήθελε να αποκαλύψει ότι έχασε εκείνη τη μέρα το μεγαλύτερο ψάρι που είχε δει ποτέ απ το βράχο του. Έφαγε κάτι και έπεσε και κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως.

Την επόμενη μέρα ξεκίνησε πάλι για τον βράχο. Προς μεγάλη του έκπληξη, σχεδόν την ίδια ώρα η τούνα εμφανίστηκε ξανά.
''Αυτή τη φορά δεν θα μου γλιτώσεις'', είπε και έριξε την πετονιά του.
Πάλεψε, έριξε, ξανάριξε, έχασε την μισή του μέρα αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. 


Ο Μάτσε έχασε την υπομονή του. Στεναχωριόταν  όχι μόνο γιατί αν θα έπιανε αυτό το ψάρι θα είχε εξασφαλίσει το φαγητό της οικογένειας για αρκετό καιρό, αλλά γιατί η περηφάνια και ο εγωισμός του δοκιμαζόταν χωρίς επιτυχία. Ήθελε να καταφέρει κάτι ξεχωριστό πέρα από την καθημερινή μονοτονία της ζωής του. Ήθελε να τον καμαρώσει η γυναίκα του, να έχει μια ιστορία να λέει στα παιδιά του και στα εγγόνια του αν τον αξίωνε ο Θεός, αργότερα.

Και η προσπάθεια του συνεχίστηκε για εβδομάδες. Η μεγάλη τούνα ερχόταν κάθε φορά την ίδια ώρα στο βράχο του και κάθε φορά η  ιστορία είχε το ίδιο τέλος. Ο Μάτσε να πηδάει από βράχο σε βράχο  για να βρεθεί πιο κοντά στην τούνα κι αυτή να φεύγει. Ένιωθε σαν η τούνα να του έπαιζε ένα περίεργο παιχνίδι και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ερχόταν κάθε μέρα σχεδόν την ίδια ώρα στο σημείο που ψάρευε, τον έκανε να πιστεύει ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν κάτι τυχαίο.

Ένα βράδυ γύρισε στο σπίτι εξαντλημένος. Η Αντέλε κάτι είχε καταλάβει όλον αυτό τον καιρό και τελικά μετά από πίεση της εξομολογήθηκε το περιστατικό.
''Ένα μήνα γίνεται αυτό? Και γιατί δεν μου είπες τίποτα πιο νωρίς καλέ μου?''
''Ήθελα να σου κάνω έκπληξη'', αποκρίθηκε ο Μάτσε, ''δεν ήθελα να σου πω άλλη μια ιστορία όπου ο ψαράς γυρίζει με άδεια χέρια στο σπίτι''
Η Αντέλε χαμογέλασε και του χάιδεψε γλυκά το πρόσωπο με τα χέρια της. Τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και του είπε:
'' "Καλέ μου. Μην σκοτίζεσαι καλέ μου. Εγώ θα σε εκτιμώ και θα σ'αγαπώ πάντα το ίδιο κι ας μην φέρεις ούτε ένα ψάρι ξανά''
Η ψυχή του Μάτσε ημέρεψε μονομιάς. Ένιωσε την Αντέλε δίπλα του. Είχε πάρει αυτό που ήθελε.
''Το ξέρω καρδιά μου'' της είπε ''δεν ανησυχώ για αυτό αφού ξέρω ότι θα είσαι δίπλα μου ότι κι αν γίνει, αλλά μ έχει εκνευρίσει αυτή η κατάσταση. Νιώθω σαν κάποιος να παίζει μαζί μου. Πάω στο ένα βραχάκι, τσουπ, η τούνα στο άλλο, πάω στο άλλο η τούνα πάλι πίσω, αλλάζω δόλωμα, τίποτα. Και δεν φεύγει να εξαφανιστεί να το ξεχάσω κι εγώ. Είναι εκεί κάθε μέρα''

Η Αντέλε δεν μίλησε για λίγο, σηκώθηκε απ τη θέση της και στάθηκε όρθια από πάνω του. Τον ακούμπησε  στον ώμο. '' Γλυκέ μου, το καταλαβαίνω ότι έχεις κουραστεί κι έχεις νευριάσει, αλλά μην αφήσεις αυτά τα συναισθήματα να γίνουν οδηγός σου. Εμείς δεν θελήσαμε ποτέ κάτι παραπάνω, ο Θεός μας έδωσε όλα όσα χρειαστήκαμε μέχρι τώρα και θα πρέπει να τον ευγνωμονούμε για αυτό. Αν θέλει να μας δώσει και κάτι άλλο πέρα απ ότι έχουμε ως τώρα θα μας το δώσει. Πήγαινε λοιπόν αύριο στο βράχο σου, κάθισε, χαμογέλασε και μην το κουνήσεις ρούπι από κει. Κι αν είναι να έρθει κάτι θα έρθει από μόνο του. Θα ναι γραφτό.
Ο Μάτσε δεν είπε τίποτα, χαμογέλασε, σηκώθηκε κι αυτός, την αγκάλιασε και πήγε στο κρεββάτι να ξαπλώσει πιο ήρεμος εκείνη τη νύχτα.


Την επόμενη μέρα, με την ίδια ακριβώς διαδικασία ο Μάτσε βρέθηκε στο βράχο του. Δεν θα τον απασχολούσε τίποτα αυτήν τη φορά. Έκατσε, έπιασε αρκετά ψάρια κι όταν η τούνα εμφανίστηκε δεν έδωσε καμιά σημασία. Το ίδιο σκηνικό συνεχίστηκε για αρκετές μέρες ώσπου ο Μάτσε αδιαφορούσε πλήρως πλέον για το αν η τούνα θα ενοχλούσε το αγκίστρι του. Την έβλεπε τώρα κάτι σαν μια φιλική παρουσία που απλά τον επισκεπτόταν κάθε μεσημέρι.

Πέρασαν τρεις εβδομάδες από τότε. Μια μέρα ο καιρός χάλασε. Έβρεχε όλο το βράδυ και το καλύβι του Μάτσε που ήταν φτιαγμένο από καλάμια και ξύλα λογής λογής είχε σχεδόν πλημμυρίσει. Η Αντέλε προσπαθούσε με πανιά και οτιδήποτε άλλο αυτοσχέδιο υλικό να κρατήσει το σπίτι στεγνό κι ο Μάτσε να ενισχύσει τη στέγη τοποθετώντας από πάνω μεγάλα φύλα από μπανανιές. Λίγο πριν το μεσημέρι η βροχή κόπασε. Το καλύβι αν και χτυπημένο από τον καιρό, άντεξε και οι ζημιές δεν πρόλαβαν να γίνουν μεγάλες.
''Πω πω τι πήγαμε να πάθουμε, είχε να βρέξει έτσι πολύ καιρό'' είπε ο Μάτσε
'' Όλα καλά τώρα, εντάξει, μας βοήθησε ο Θεός'' του απάντησε η Αντέλε. ''Δεν ετοιμάζεσαι τώρα σιγά σιγά να πας για ψάρεμα?''
''Μα τι λες?'' αναφώνησε ο Μάτσε. ''Εδώ παραλίγο να πνιγούμε κι εγώ θα πάω για ψάρεμα?. Θα κάτσω εδώ να σε βοηθήσω να φτιάξουμε και τα υπόλοιπα πράγματα''
''Μην ανησυχείς καλέ μου'' του είπε η Αντέλε. ''Θα τα καταφέρω και μόνη μου. Πήγαινε εσύ. Δεν σε θέλω μέσα στα πόδια μου άλλωστε''
''Μα μπορεί να ξαναβρέξει, να γυρίσει ο καιρός και τότε τι θα κάνεις?''
''Δε νομίζω να βρέξει άλλο. Βλέπω τον ουρανό να ανοίγει, αλλά και να γίνει κάτι τέτοιο, είσαι μισή ώρα κοντά. Παίρνεις τα πράγματα σου και έρχεσαι. Μην φοβάσαι δεν θα πάθουμε τίποτα. Άντε ετοιμάσου''
Ο Μάτσε την είδε αποφασισμένη και αισιόδοξη. Ήταν απαραίτητο και να πάει, γιατί το φαγητό ήταν πολύ λίγο αφού τις προηγούμενες μέρες η ψαριά ήταν φτωχή. Το αποφάσισε λοιπόν χωρίς άλλους δισταγμούς.

Έτσι ξεκίνησε για άλλο ένα ψάρεμα. Είχε μεσημεριάσει σχεδόν αλλά ένιωθε τη μυρωδιά της βροχής στο χώμα και τον αέρα. Τον έκανε να να νομίζει ότι βρισκόταν σε άλλο τόπο. Τα ψάρια τσιμπούσαν σαν τρελά, η γυναίκα του είχε δίκιο που τον έστειλε αν και ο ίδιος γνώριζε ότι με την βροχή η όρεξη των ψαριών μεγαλώνει. Ικανοποιημένος από την εξέλιξη δεν σταμάτησε να βάζει ψάρια στο καλάθι του. Μικρά και μεγαλύτερα κι απ όλα τα είδη που συνήθως έπιανε ο Μάτσε. Ήταν πολύ χαρούμενος.

Έφτασε λοιπόν το απόγευμα. Τα ψάρια δεν είχαν σταματήσει να γεμίζουν το καλάθι του Μάτσε παρ όλο που η ώρα είχε περάσει κι είχε σχεδόν βραδιάσει. Το καλάθι του είχε ξεχειλίσει. Η χαρά του ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο γιατί με τα ψάρια που έπιασε και θα πουλούσε στο χωριό, είχε εξασφαλίσει το φαγητό του για 10 μέρες τουλάχιστον. Έριξε λοιπόν την πετονιά του μια τελευταία φορά πιο πολύ για να τακτοποιήσει τα υπόλοιπα πράγματα παρά να προσέχει για να πιάσει ένα ακόμη ψάρι.


Καθώς ήταν σχεδόν έτοιμος να φύγει, το καλάμι του έπεσε απ τη θέση που το είχε στηρίξει. Πήγε γρήγορα και το ξανασήκωσε, το τράβηξε λίγο αλλά αυτό δεν έδειχνε να έχει κάποιο ιδιαίτερο βάρος. Αποφάσισε να το μαζέψει σιγά σιγά. Όπως μάζευε ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα πάνω στην πετονιά. Μετά τίποτα. Σκέφτηκε ότι ίσως έμπλεξε σε κάποιο βράχο. Συνέχισε να μαζεύει στα τυφλά αφού πλέον είχε βραδιάσει πολύ και δεν είχε καθόλου ορατότητα για το τί συνέβαινε στη θάλασσα. Κι εκεί συνέβη το αναπάντεχο. Το καλάμι του ξαφνικά λύγισε απ το βάρος και τον τράβηξε προς τα μέσα. ''Θεε μου τι είναι αυτό'' είπε. Τέτοιο τράβηγμα δεν του είχε ξανατύχει όσο χρόνια ψάρευε. Προσπάθησε με μαλακές κινήσεις να μαζέψει όσο περισσότερη πετονιά γινόταν. Αλλά το ψάρι που είχε πάνω αντιστεκόταν σθεναρά. Δεν ήθελε να φανταστεί για το τι είχε πάνω στο αγκίστρι. Ήταν άραγε ο ξεχασμένος πόθος του τελευταίου μήνα.? Πάλεψε σχεδόν μια ώρα και παρακαλούσε να μην σπάσει η πετονιά. Το καλάμι του κι αυτό είχε φτάσει στα όρια του. Και τελικά τα κατάφερε. Τράβηξε πάνω το πιο μεγάλο ψάρι που είχε πιάσει ποτέ του. Την τούνα που του είχε κάνει τη ζωή δύσκολη για πόσες εβδομάδες.

Η τούνα σπαρτάραγε πάνω στις πέτρες και δίπλα στα πράγματα του. Τι θαυμάσιο πλάσμα ήταν αυτό. Αν και σκοτάδι, το δέρμα της γυάλιζε στην οποιαδήποτε ικμάδα φωτός υπήρχε τριγύρω. Ο Μάτσε κάθισε από πάνω της και την κοίταζε γοητευμένος. Ήταν αυτό που ζητούσε τόσον καιρό. Άπλωσε το χέρι του και την χάιδεψε στη ράχη. Το δέρμα της ήταν υγρό και λείο. Ένα αψεγάδιαστο ασημένιο κόσμημα που το σμίλεψαν τεχνίτες της Ανατολής. Την είδε να ανοιγοκλείνει το στόμα της σαν να ικέτευε για μια γουλιά θάλασσα. Βαριανάσαινε σαν ετοιμοθάνατη. Όχι σαν. Ήταν ετοιμοθάνατη. Τα μάτια της γυάλιζαν, εβένινα. Κοίταξε μέσα τους κι αυτά κοίταζαν στο κενό. Σηκώθηκε όρθιος. Δεν ήθελε να την κοιτάξει άλλο. Το κορμί του διαπέρασε ένα ρίγος. Για πρώτη φορά στη ζωή του είχε λυπηθεί ψάρι. Για τον Μάτσε ήταν θέμα επιβίωσης το ψάρεμα και με εξαίρεση κάποια μικρά ψάρια δεν είχε χαριστεί σε κανένα άλλο ποτέ. Πίστευε ότι τα ψάρια δεν είχαν συναισθήματα γιατί δεν είχαν ούτε καν τη φωνή για να τα εκφράσουν. Άραγε, ότι δεν έχει φωνή δεν έχει και ψυχή? Αυτή η σκέψη πέρασε για πρώτη φορά απ το μυαλό του. Αυτή και χιλιάδες άλλες μέσα στο διάστημα του ενός λεπτού.

Και τώρα λοιπόν που τα είχε καταφέρει θα ήταν άραγε πιο ευτυχισμένος? Η γυναίκα του θα τον αγαπούσε περισσότερο? Πέρα από το ότι θα εξασφάλιζε ένα καλό χρηματικό ποσό τι άλλο θα είχε καταφέρει να κερδίσει με αυτό? Τίποτα. Μια πρόσκαιρη ψευτοπερηφάνια. Αμέσως μετά αποτυπώθηκε στο μυαλό του η εικόνα της τούνας να κολυμπά μέσα στην γαλαζοπράσινη θάλασσα του Μονέδο. Κατάλαβε πως η θέση της ήταν εκεί.


Κι έτσι την ξανάριξε μέσα. ''Θα πρέπει να μαι τρελός'' σκέφτηκε. Αλλά ένιωσε τέτοια γαλήνη στην ψυχή του όπως τη μέρα που του είχε μιλήσει η γυναίκα του όταν είχε γυρίσει απογοητευμένος. Όχι. Είχε κάνει το σωστό. Πήρε στα χέρια το ασήκωτο σχεδόν απ τα ψάρια καλάθι του και γύρισε στο σπίτι. Η Αντέλε χαρούμενη όσο ποτέ μόλις τον είδε έπεσε στην αγκαλιά του.
''Είδες που στο είπα. Είδες που έπρεπε να πας? Πω πω ψάρια. Μπράβο καλέ μου. Και θα δείς από δω και πέρα όλες οι ψαριές σου θα είναι υπέροχες. Μέχρι να δεις που θα πιάσεις και εκείνη την τούνα που μου λεγες τότε ότι σου ξέφευγε.''
Ο Μάτσε γέλασε δυνατά. ''Λες γλυκιά μου? Μπα ξέχνα την αυτήν, μάλλον δεν θα εμφανιστεί ποτέ ξανά. Και ξέρεις κάτι. Δεν με ενδιαφέρει πια. Είχες δίκιο. Η ευτυχία μας βρίσκεται στα πράγματα που ήδη έχουμε...''

Κι έτσι ο Μάτσε κοιμήθηκε πιο ευτυχισμένος από ποτέ εκείνη την νύχτα στην αγκαλιά της γυναίκας του, με την ψυχή του καθαρή και ήσυχη από οτιδήποτε πράγμα που θα μπορούσε να την βαραίνει. Και έζησε έτσι ευτυχισμένος ως τα βαθιά γεράματα με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, αποκτώντας πολλά πολλά εγγόνια και δισέγγονα.''

Αυτάαα παίδες. Και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα το στόρι. Κλάσσικ ε? Αλλά ήταν μια χαρά το παραμυθάκιους για την ανιψιά μου και όχι μόνο. Ο Χόρχε μας πέρασε εδώ και γαμάτα μηνύματα  μέσα από μια απλή ιστορία ψαρέματος που θα πρέπει όλοι μας να κάτσουμε να τα αναλογιστούμε και να τα παραλληλίσουμε με τις δικές μας ζωές και καταστάσεις. Η Παραβολή του ψαρά λοιπόν από Χορχε Μπουκαί......

Καλά εντάξει δεν θα σας κοροϊδέψω άλλο. Τέρμα τα παραμύθια. Το στόρι βγήκε εν μέσω ενός τηλεφωνήματος που είχα με μια φίλη μου που της έδινα συμβουλές για μια προσωπική της κατάσταση. Και σκέφτηκα να της φτιάξω αυτήν την ιστοριούλα μπας και την βοηθήσω. Και την ονόμασα ''Η Παραβολή του ψαρά''.  Φιλενάδα, ψάρωσες έτσι?...::Ρ:Ρ:Ρ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...