Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΛΑ ΣΑΛΑ, ΠΑΙΞΕ ΜΠΑΛΑ



Σήμερον θα πρωτοτυπήσω και θα αναλωθώ στην αγαπημένη μου ασχολία που είναι η ανάλυση στίχου. Το κομματάκι που διάλεξα απόψενες είναι το αγαπημένο, καλοκαιρινό και φουλ νησιώτικο, ''Σαλά σάλα''

Το τραγουδάκιον είναι παραδοσιακόν και πολύ δημοφιλές αφού το χουν τραγουδήσει μεταξύ άλλων και οι Γιάννης Πάριος, Ελένη Βιτάλη, Τσαλιγοπούλου, Γαλάνη κλπ κλπ. Τι λέει λοιπόν το κομμάτι. Ας το πιάσουμε στροφή στροφή:

Σάλα σάλα μες στη σάλα τα μιλήσαμε,
να με πάρεις, να σε πάρω συμφωνήσαμε.

Αχα. Προσέξτε πως έχει το στόρι. Τυπάκι έχει παρευρεθεί σε γάμο γιορτή/πανηγύρι/κάτι τέτοιο τέλος πάντων και χτυπάει γκομενάκι ντόπιον. Οι ματιές που αντάλλαξαν αι δυό άγνωστοι είναι μαχαιριές και δεν άργησε τελικά ο παλίκαρος να κάνει την κίνηση ματ. Πάει το λοιπόν οσονούπω δίπλα στην νησιωτοπούλα  να τη βλεφαριάσει μέσα απ τη ρακέτα. Αυτή, τσαούσα, του 
κωλοτρίβεται ολίγον τι και του πετάει ασσίστ για κάρφωμα. Το μοιραίο δεν θα αργήσει να συμβεί όπως καταλαβαίνετε, αφού όπως λέει και το τραγούδι συμφώνησαν να αλληλοπαρθούν. Αλλά που?


Σάλα, Μαρουσώ μου,
σάλα τα τζίτζι
μες στο μαγερειό,
άσ’ τα ψάρια να καούνε
κι έβγα να σε δω.

Νάτααααα μας. Η στη σάλα ή στην κουζίνα θα γίνει η δουλεία. Α όχι 
μετά της λέει να βγεί έξω. Χμ μα τι γίνεται; Να σκεφτώ. Ναι. Κοιτάξτε να δείτε τι παίχτηκε τώρα. Η νεαρά Μαρουσώ το λοιπόν ήταν μαγέρισσα στην ταβέρνα του χωριού και όπως τηγάνιζε σαρδέλες, ο τραγουδιάρης της πέταξε το τρίποντο έξω από τα έξι κι εικοσπέντε. Αυτή, έκαψε κανα δυό τηγανιές από την καύλα και με χαριτωμενιές βγήκε απ' όξω και καλά να δεί αν είναι οι πελάτες ευχαριστημένοι. Εκεί αν και με την ποδιά, έκανε κλίκ στον παλίκαρο ο οποίος είχε το κληρονομικό χάρισμα και μπορούσε να δει τα κάλλη της νεαρής μέσα απ τα ρούχα. Έγινε λοιπόν η πιο πάνω προσέγγιση κι ο φίλος μας δεν κρατιόταν. Βρε άσε με, του λέει η νησιωτοπούλα κάνοντας του τη δύσκολη, γιατί κι έχω και κάτι ψάρια μέσα που θα καούνε. Αυτός παίρνει ύφος γαμάουα, γιατί έχει καταλάβει ότι η μικρά τον κάνει κέφι και της λέει κάτι πιπεράτα του στύλ: άσε το λούτσο κι έλα για τον.... καταλάβατε. Αυτή χαζογελά αυτάρεσκα, παίρνοντας ένα ροδοαλευρί χρώμα στα μάγουλα. Και για να δούμε τι έγινε στο τέλος. 


Πότε μαύρα, πότε άσπρα, πότε κόκκινα,
την καρδιά μου να ζητούσες, θα σ’ την έδινα.

Άλλα ντάλα της Παρασκευής το γάλα. Εμείς περιμένουμε να γίνει ο τρίτος παγκόσμιος ναούμ στην κουζίνα κι ο στιχουργός μας λέει άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο. Τι ξενέρα. Αλλά και αυτό εξηγείται. Προσέξτε. Ο ευγενής νέος έχει καταλάβει ότι αρκετές καφροπαπαριές πέταξε μέχρι τώρα και ήρθε η ώρα να γίνει ρομαντικός. Της λέει λοιπόν άρες μάρες κουκουνάρες για να βγάλει τη ρίμα και μετά λέει ότι θα μπορούσε να της δώσει την καρδιά του στο πιάτο. Ρε πούστη μου πως τσιμπάνε έτσι οι γυναίκες. Εγώ θα θελα έτσι από περιέργεια να δω καμία να πει, ναι ρε ανοιχτοχέρη, βγάλτη και δώστη μου, να δούμε αν θα τη δώσει αυτός. Και πως θα τη δώσει? Θα αυτοεγχειρισθεί; Τες πα άρχισα κι εγώ τις μαλακίες. 


Ας κλείσουμε λοιπόν αυτή την ανάλυση με τα γενικά μας συμπεράσματα. Μια ιστορία φλέρτ εκτυλίχθηκε εδώ που από τη χρονολογία καταλαβαίνεται ότι εξαπανέκαθεν η καυλίαση και το υπονοούμενο πήγαιναν σύννεφο. Δηλαδή ότι συμβαίνει και τώρα αλλά τότε γινόταν όλα μέσω Λαμίας και στα σκοτεινά. Εντάξει, είχε κι αυτό τη γλύκα του δεν θα μπω σε διαδικασία κριτικής. Μια απορία έχω μόνο για το τραγουδάκι. Αυτό το τζίτζι, τι να 'ναι; Ας Googlάρω...

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝ ΝΤΡΟΠΗ


Κι αφού λοιπόν είδα κι απόειδα με τα γραφιστικά και μετά από 11 μήνες ανεργίας, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είπα: - Ρε καλλιτέχνη, δεν αφήνεις τις μαλακίες και να ψάξεις για τίποτις άλλο? Γιατί σε λίγο όπως πάει θα φάς τις σόλες σου. Σωστό ε? Κι έτσι λοιπόν, κάθισα να να θυμηθώ ποια είναι τα επαγγέλματα που δοκίμασα να κάνω μέχρι τα τώρα, για να δω και τι προϋπηρεσία έχω να ουμ. Για πάρτε μάτι...

Επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Παιχταρά μου. Λοιπόν το πρώτο μου επάγγελμα ήταν αυτό. Δηλαδή έβγαλα λεφτά από κάτι που έκανα για πρώτη φορά. Σημαντικόν. Ναι γιατί μέχρι τότε τα τρωγα απ τον daddy. Σε ηλικία λοιπόν 17 και κάτι, υπέγραψα επαγγελματικό συμβόλαιο με ομάδα. Μισθός: 40 χιλιάδες το μήνα. Δραχμές μην τρελαθούμε ε? Λοιπόν χαρτζιλικάκι πρώτο για την εποχή, το γούσταρα και το άθλημα πολύ και πήγαινα για καριέρα. Ποια καριέρα, που άλωσα τελικά όλα τα χωμάτινα Α, Β, Γ, Δ και Ωμέγα κατηγορίας Αθηνών. Αλλά ας όψεται το κεφάλι μου. Τες πα. Δε γαμιέται είπα. Θα σπουδάσω.
Μέχρι να σπουδάσω όμως κάτι έπρεπε να κάνω. Ο daddy είχε φράγκα, αλλά εγώ ως άλλος Νίκος Ξανθόπουλος, ήθελα να βγάλω λεφτά δικά μου με ιδρώτα και αίμα. Τι μαλάκας ήμουν. Είπα λοιπόν να κάνω κάτι εύκολο. Κι αυτό ήταν...

Διανομέας εντύπων. Η πρώτη απόπειρα για πραγματική δουλειά ήταν αυτή. Μιλάμε για πολύ βαρετή μαλακία. Το λοιπόν, σκάσαμε με το φίλο μου τον Αλέξανδρο, σε μια πιτσαρία στην Καλλιθέα. Εγώ καβάλα σε μια 900ρα Kawasaki κι αυτός με το αμάξι του να μοιράσουμε φυλλάδια. Νταξ. Πως δεν κατεβήκαμε από λιμουζίνα. Ο τύπος με το που βλέπει το σκηνικό, μας έκοψε ότι ήμασταν για τα πανηγύρια, αλλά οκ, είπε να μας δοκιμάσει. Την πρώτη μέρα όλα καλά. Ξεποδάριασμα φούλ συν μπινελίκια από γριές στα κουδούνια, αλλά τσιμπήσαμε ένα χαρτζιλίκι για καφέ και τσιγάρα. Not bad για 2 ώρες. Την επόμενη μέρα όμως, αρχίσαμε τις καφρίλες και πετάξαμε τα μισά έντυπα σ ένα κάδο. Το αφεντικό γατόνι, μας έδωσε πούλο με συνοπτικές. Πως το κατάλαβε? Απλό. Είχε λιγότερα τηλέφωνα για παραγγελίες, στις οδούς που μοιράσαμε. Ρε πούστη κι είχαμε σπάσει το κεφάλι μας τότε, ποιος καριόλης μας κάρφωσε. Εμπειρία όμως κι αυτή. Πάμε παρακάτω.

Σερβιτόρος Δεξιώσεων. Οκ. Ίσως η πιο πακέτο δουλειά που χω κάνει. Θα καταλάβετε γιατί. Πάλι με τον Αλέξανδρο λοιπόν, πήγαμε να δουλέψουμε μαζί. Αυτή τη φορά σε δεξίωση που έκανε το Caravel. Το menu περιελάμβανε: Φόρτωμα τραπεζιών καρεκλών, πιρουνιών, μαχαιριών, σκατών κλπ κλπ μεταφορά με φορτηγό, στήσιμο στην παραλία, σερβίρισμα, ξεστήσιμο, φόρτωμα σε φορτηγό καθάρισμα επιστροφή ξεφόρτωμα και γειά σας. Εύκολο ε? Ναι αμέ. Αν δεν διαρκούσε 18 ώρες όλο το γεγονός κι αν δεν είχα τη φαεινή ιδέα να βάλω δίπατες wehrmacht για να σερβίρω θα ταν απλά  κουραστικό. Αυτό που πέρασα με τις μπότες ήταν Γολγοθάς. Αλλά τι να κανα. Ήταν ότι πιο κοντινό είχα σε μαύρο παπούτσι. Φόραγα και παπιγιόν. Έλεος. Μου βγήκε ο πάτος κυριολεκτικά. Εδώ έχω αρχίσει και πιάνω το νόημα, για το πως βγαίνουν τα λεφτά. Καλό μου κανε. Neeext.

Διανομέας πίτσας. Νταξ. Απ τις ωραιότερες εμπειρίες. Καλοκαιράκι, στο παπί αλα Μητρογλου, 6ωρο, στις 12 σχόλαγα και ότι είχα βγάλει τα τρώγα στα διπλανά μπαράκια με μια σερβιτόρα που τα χα φτιάξει απ το απέναντι μαγαζί. Από τα ομορφότερα καλοκαίρια. Έστω κι αν το αφεντικό ήταν Σκρούτζ και δεν μας έβγαζε ούτε ένα κομματάκι πίτσα να κεράσει. Αλλά τον τακτοποιήσαμε. Κάναμε παραγγελίες από καρτοτηλέφωνο πίτσα με ανανά, εξωτική κι έτσι. Πήγαινε ο πιτσαδόρος, λάθος η παραγγελία. Αναγκαστικά γύριζε πίσω, δεν μπορούσε να τη δώσει ο μαλάκας ο boss πουθενά αλλού με το φρούτο μέσα στα τυριά, (αλήθεια πως την τρώνε αυτή τη μαλακία) και στο τέλος αναγκαζόταν να μας τη δώσει εμάς, όπου την τρώγαμε βγάζοντας απλά τον ανανά. Να να να να νααααα.

Κούριερ. Αφού δοκίμασα την πιτσαρία, ε να μην πήγαινα και στο διπλανό επάγγελμα; Ήταν άκρως κουραστικότερο βέβαια, γιατί γύριζες όλη την Αθήνα. Πίκρα. Και όταν το αφεντικό σου νομίζει, ότι προσέλαβε τον Γιουσέιν Μπολτ και σου μετράει και το χιλιόμετρο στο παπί, τότε καταλαβαίνετε ότι και 15 μέρες που άντεξα ήταν πολλές. Βασικά δεν έφυγα, με έδιωξαν, γιατί μια μέρα δεν πήγα καθόλου δουλειά, επειδή ο αρχηγός ήθελε να ξυπνήσω στις 7 και να μοιράσω κάτι δέματα στην Κηφισιά. Στην Κηφισιά; Πωωωω. Και στις 7? Πωωωωωωωω. Μεγάλε που έπεσες. Δεν ήξερες δεν ρώταγες. Σιχάθηκα τη ζωή μου. Και τότε είπα. Κοιμήσου αγόρι μου. Ήρθε η ώρα να απολυθείς. Ε και αλιβεντέρτσι.

Μπουφετζής. Είχα πάρει σβάρνα που λέτε τις αγγελίες να βρώ δουλειά. Αυτό δεν το χα ξαναδοκιμάσει, λέω δε γαμιέται θα πάω. Ήταν ένα μαγαζί στο Κολωνάκι. Το αφεντικό ψιλομυστήριο, ισορροπούσε ανάμεσα σε gay σαδομαζό και αλκοολικό ταβερνιάρη. Καλό παλικάρι όμως. Του πα δεν το χω με το μπουφέ, αλλά μου λέει εντάξει δεν είναι και πυρηνικός αντιδραστήρας η εσπρεσσιέρα. Θα μάθεις. Ε είδα θετικό το κλίμα, δεν ήτανε και γαίδαρος, λέω κι εγώ θα μάθω. Οκ. Την πρώτη μέρα που λέτε είχα εκπαίδευση. Δεν πάτησε άνθρωπος στο μαγαζί. Τη δεύτερη το ίδιο. Ήπια 45 καφέδες μόνος μου. Παραλίγο να με πιάσει επιληψία. Του λέω μάστορα, δεν σου φερα γούρι. Μήπως να σε χαιρετήσω? Ε και έτσι χαμογελαστοί, χωρίσαμε τα τσανάκια μας. Τι να κάνεις. Η ζωή συνεχίζεται.

Στρατιώτης. Και μετά από όλα αυτά, με κάλεσε η μαμά πατρίδα να την υπηρετήσω. Και πήγα. Θα μου πείτε, τι δουλειά έχει το φανταρικό σε άρθρο για επαγγέλματα? Πως δεν έχει. Αφού πληρωνόμουν 1000 δραχμές το μήνα. Και από τη στιγμή που πληρώθηκα, αυτό σημαίνει ότι έκανα κι αυτό το επάγγελμα. Και εδώ που τα λέμε να πω, ότι ο μισθός τόσος πρέπει να είναι γιατί δεν κάνεις τίποτα. Όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ. Πιο άχρηστος δεν ένιωσα ποτέ στη ζωή μου. 1,5 χρόνο έκατσα, για πράγματα που θα μπορούσα να μάθω σε ένα μήνα. Τες πα. Λεπτομέρειες. Θα επεκταθώ στο θέμα άλλη ώρα. Απολύθηκα που λέτε και μετά έγινα...

Καφετζής. Αυτό ήταν και το επάγγελμα που έκανε ο πατέρας μου. Μετά το στρατό τι να κάνω ο άτυχος, δέχτηκα να σερβίρω τους παππούδες, στο καφενείο που διατηρούσε η οικογένεια. Αλλά δεν ήταν δουλειά για μένα. Με το ζόρι ξύπναγα στις 3 το μεσημέρι, για να αλλάξω τους δικούς μου στη βάρδια. Βαριόμουν τόσο ελεεινά, σε σημείο που άφηνα τους πελάτες μόνους τους να αυτοσερβιρίζονται και την κοπανούσα για καφέ στο Θησείο. Ρεμάλι ολκής. Μια φορά τους άφησα και τα κλειδιά να κλείσουν. Να σκουπίσουν δεν τους είπα, θα ταν χοντρό. Με ψαχνε κι η μάνα μου κάθε μέρα. Δεν κράτησε πολύ απ ότι φαντάζεστε. Και τότε έφτασαν οι μέρες για διακοπές. Δοκίμασα λοιπόν να γίνω και...

Ζωγράφος. Το χα ρε παιδί μου το καλλιτεχνικό από ανέκαθεν. Και όταν ο φίλος μου ο Μάριος με την Κατερίνα, μου ανέθεσαν να τους ζωγραφίσω ένα πανό για το beach bar που είχαν στη Μυτιλήνη, ήμουν πολύ χαρούμενος που θα έβλεπε ο κόσμος ένα αριστούργημα του Έλληνα Βαν Γκογκ (μη χέσω). Κατά τ άλλα μπογιές, καφεδάκι, ήλιος, μαγιό και γκομενάκια ολούθε να παρακολουθούν τον καλλιτέχνη. Καυλίαση φουλ. Not bad ε? Αλλά πληρώθηκα σε τεκίλες. Μετά το χειμώνα ζωγράφισα κάτι πίνακες. Εκανα και έκθεση.

Διακοσμητής πάρτι. Λοιπόν αυτό το επάγγελμα είναι δική μου εφεύρεση. Μια εποχή, μου ζήτησε ένας φίλος να πάω από νωρίς, να φτιάξουμε το χώρο που θα κανε πάρτι. Πήγα που λέτε και του φερα κάτι black light και κάτι φωτιστικά περίεργα που έφτιαχνα, γιατί τότε την είχα δει και πολύ designer. Μαζί με αυτά, κρεμάσαμε και κάτι κωλόχαρτα στους πολυελαίους και το κάναμε space το παρτάκιον. Ανέλπιστα, είχε τόση επιτυχία, που μου ζήτησαν κι άλλοι να του κάνω διακόσμηση. Μετά και άλλοι και εκεί άρχισα να πληρώνομαι κιόλας. Με λεφτά και όχι με ποτά. Μέχρι που μια φίλη μου η Πόλα, μου ζήτησε να κάνω διακόσμηση στο γάμο της στην Ικαρία. Τι να σας πώ. Ένα πάρτι στην παραλία κάναμε και πήγα κι έβαψα όλα τα βότσαλα φωσφόριζε να φωτίζουν το βράδυ με το black light. Νταξ. Ξεφευγαντάν. Ωραία φάση κι αυτή. Ωραίες εποχές. Και φτάσαμε σιγά σιγά και στο βασικό επάγγελμα.

Γραφίστας. Χα. Αυτό γράφει η ταυτότητα. Μεγάλη ιστορία. Ο πατέρας μου είχε καημό να περάσω στο πανεπιστήμιο να λέει ότι ο γιος του είναι σπουδαγμένος. Πάλι καλά δεν μου κατσε. Και έτσι, σπούδασα σε ένα ταπεινό ΙΕΚ. Ο πρώτος που με προσέλαβε, ήταν μιλημένος και με πήρε στην εταιρία του. Επιγραφές σχεδίαζαν. Την πρώτη μέρα μπήκα σε μια μεγάλη αίθουσα με γραφεία όπου εκεί τι να δω. Δεκατέσσερις γραφίστριες κι εγώ. Άντρας δεν έπαιζε. Ω ρε μάνα μου. Έσκασε ο κόκορας στο κοτέτσι. Έτσι είναι η γραφιστική? Εδώ θα αφήσω τα πούπουλά μου. Ε και είπα να μαι σοβαρός. Το αφεντικό όμως ήταν πολύ μάλαξ. Πήγαινα να βάλω καφέ και με κοίταγε με στύλ - ''Ρε αλητάμπουρα, εγώ σε πληρώνω να δουλεύεις κι εσύ πίνεις καφέδες, εεεεεεεεεεε τομάριιιιιιιι''. Χμ. Έκανα όμως υπομονή. Μια μέρα μου κανε παρατήρηση, γιατί δούλευα κι ήμουν σταυροπόδι. Έλεος. Κατάλαβα ότι δεν είχα και πολλά ψωμιά εκεί μέσα. Ώσπου μια μέρα, αποφάσισε να κάνει περικοπές. Ε και πόσες πιθανότητες να χα να μείνω. Όσες ο Ολυμπιακός να νικήσει τη Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νόου. Νταξ. Αναμενόμενο. Τελευταία μέρα λοιπόν, αφού είχα μάθει ότι θα απολυθώ, πήγα και έβαλα 17 καφέδες κοιτάζοντάς τον στα μάτια, γυρνοβολούσα στα γραφεία ενώ καθόμουν σταυροπόδι, τσίμπησα δυο τηλεφωνάκια από συναδέλφισσες, έτσι μωρέ για να μην χαθούμε, πήρα μια ωραία αποζημίωση και πήγα διακοπές. Τέλεια. Αφού γύρισα όμως κάτι θα πρεπε να κάνω. Και πήγα...

Σερβιτόρος σε μπαρ. Είχα ένα φίλο που λέτε τον Αντρέα, που δούλευε DJ. Τον έπιασα και του είπα: ''Ρε συ Αντρέα, αν πάρει το αυτί σου καμιά δουλίτσα σερβιτοριλίκι το βράδυ, πες μου''. Ε και με πήρε. Αλλά που?. Σε ένα πάρτι με 300 άτομα τίγκα, όπου ο μόνος σερβιτόρος ήμουν εγώ. Βέγγος. Δεν έπαιζε να παίρνω παραγγελίες, μόνο ποτήρια μάζευα, όπου κι εκεί καταλαβαίνετε τι γινόταν. Τα κουτσοκατάφερνα, μέχρι που ένας εκκεντρικός πελάτης, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να με δέσει με τις χειροπέδες που είχε στην κωλότσεπη. - Ρε τι κάνεις, είσαι χαζός? του λέω κρατώντας το δίσκο με φουλ ποτήρια πάνω απ το κεφάλι μου. Το τυπάκι γεια χαρά. Πρέπει να χε φάει ένα πακέτο χαρτί Α4 ποτισμένο με LSD. Τελικά μ έσωσε η γκόμενά του. Αλλά στο δεύτερο χτύπημα δεν άντεξα. Κι αυτό ήταν, ότι η λαντζέρισσα αποφάσισε να παραιτηθεί, την ώρα που γινόταν της εκδιδομένης. Ποτήρια καθαρά: Over. Ε και εκεί κάνω την ταρζανιά, σαν φιλότιμο παιδί που είμαι και μπουκάρω μέσα στην κουζίνα. Εκεί τι να κάνω, να πλύνω? Δε γαμείς. Απλά άδειασα μερικά άπλυτα, απ' αυτά που μάζευα και τα γύρισα χύμα στην μπαργούμαν. Τέλεια. Λίγο θολά ήταν, αλλά δεν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μετά από όλη αυτή την ταλαιπωρία των 10 ωρών, το αφεντικό αποφάσισε να μου δώσει 8 χιλιάρικα, αντί για 10 που 'χαμε συμφωνήσει. Μα λέω αφεντικό, 10 είχαμε πει. Μου κάνει καλά, πάρε αυτά και την επόμενη φορά θα σου δώσω 10. Τα πήρα. Και του λέω ''Ρε τσίπη, εδώ έκανα και τη λαντζέρισσα και μου κόβεις και 2 χιλιάρικα.? Δεν πας να κάνεις έρωτα? Ε και όπως καταλάβατε δεν ξαναπήγα. Ο Αντρέας όμως δεν το βαλε κάτω κι ήθελε να μου βρει δουλειά βράδυ. Και έγινα...

DJ.  Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο μια μέρα και μου λέει: ''- Ρε μαλάκα, θες να παίξεις DJ σε ένα καφέ στην Ελευσίνα? Μπαρδόν? Από που κι ως που ρε συ Αντρέα, του λέω? Ρε συ μου λέει, έχω κλείσει από λάθος να παίξω σε 2 μαγαζιά την ίδια ώρα και θα εκτεθώ. Και σκέφτηκα να πας εσύ. Μα ρε παπάρα του λέω, εγώ δεν ξέρω να ανοίγω ούτε το ράδιο, θα παίξω και μουσική? Μην ανησυχείς μου λέει, θα ρθω εγώ να σου δείξω στην αρχή και μετά θα φύγω. Θα σου αφήσω και κάτι Cd και μια χαρά. Ε άντε καλά του λέω. Θα φορέσω μια πανοπλία και θα ρθω. Γιατί? με ρωτάει. Γιατί θα φάμε πολύ ξύλο φίλε. Άντε ρε μαλάκα μου λέει, μια χαρά θα τα πας.'' Ε και πήγα. Και περιμένω εγώ τον Αντρέα να ρθει να μου δείξει τίποτα, που ναι ο Αντρέας, πουθενά ο Αντρέας. Οϊμέ. Και τι θα κάνω εγώ τώρα σε ένα μαγαζί με 200 άτομα? Να τους τραγουδήσω ακαπέλα? Δεν το 'χω. Με πιάνει κρύος ιδρώτας. Αλλά λέω όχι ρε πούστη, θέλει θράσος. Η που θα με δείρουν, ή που θα πιάσω δουλειά. Και απεδέχθην το challenge. Και τελικά πήγαν όλα καλά. Βρήκα μετά από μισάωρο, πως παίζουν εκεί τα μπλιμπλίκια, τους έβαλα και κάτι Ελληνικά ροκ που το 'χα και για καλή μου τύχη, έπεσα και σε ροκά αφεντικό. Με λάτρεψε. Κι έτσι ξεκίνησε μια πορεία, που τραβά ως και σήμερα. Αυτά. Να σκεφτώ. Τι άλλο έκανα? Α ναι. Τώρα τελευταία, είχα και την εμπειρία να δοκιμαστώ σαν..

Αγρότης. Ανεπανάληπτο. Εγώ κι οι άνεργοι φίλοι μου, πήγαμε σε ένα κτήμα να φυτέψουμε ροδιές. Στην Ανάβυσσο. Άβυσσος. Το κτήμα. Ήταν 60 στρέμματα και έπρεπε να φυτέψουμε 3600 δέντρα. Μάνα μου. Με το που το βλέπω, λέω στο αφεντικό: ''Πας καλά? Σε τρεις μέρες να κάνουμε όλο αυτό? Έλα μου λέει ρε, εύκολο είναι. Ναι τι να σου πω.'' Αλλά τελικά, ήταν από τις καλύτερες φάσεις που λέτε. Ήλιος, χώματα, γέλια κι οι φίλοι μου. Απ τις πιο σκληρές δουλειές, μαζί με το σερβιτοριλίκι δεξιώσεων, αλλά τελικά σημασία είχε ότι το είδαμε αλλιώς και περάσαμε καλά. Έστω κι αν έφαγα το μυγάκι με το κουτάλι, έστω κι αν η μέση μου βάρεσε μπιέλα το φχαριστηθήκα. Βίτσια έχεις, θα μου πείτε. Χμ όχι, αλλά μάλλον μετά από 15ετη δουλειά σε γραφείο, είχα ανάγκη να δουλέψω στο ύπαιθρο. Κάπου εκεί θα καταλήξω στο τέλος, να μου το θυμηθείτε. Εκτός κι αν γίνω...

Στιχουργός. Τα παμε. Αφού πληρωθείς από μια δουλειά, αυτό σημαίνει ότι το 'χεις κάνει το επάγγελμα. Κι αφού έχω πάρει 25 ευρώ από την ΑΕΠΙ για 2 τραγούδια που 'χω γράψει, τότε θεωρούμαι επαγγελματίας. Ε? Ναι. Καλά οκ. Μη βαράτε. Λοιπόν, με έχει βαρέσει η κουλτούρα στο κεφάλι τα τελευταία χρόνια. Θυμάμαι όμως, ότι κι από μικρός έφτιαχνα κοροϊδευτικά στιχάκια για τους συμμαθητές μου. Πολύ μ αγαπούσαν. Ε κι αφού κάτι έκανα σ αυτούς, είπα δεν μπορεί δεν θα περάσουν απαρατήρητα. Κι είπα να το δω πιο σοβαρά το θέμα. 20 χρόνια μετά βέβαια, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και δώσε πόνο. Άρχισα να γράφω  λαϊκά, ροκ, έντεχνα, άτεχνα ότι γουστάρετε. Wannabe η αρσενική Ναταλία Γερμανού. Χμ. Όχι Γερμανού. Είπαμε να στηρίξουμε τα Ελληνικά προϊόντα. Κάτι άλλο τέλος πάντων. Θέλετε στιχάκι? Όχι τώρα, δεν μου 'ρχεται. Επιφυλάσσομαι για αργότερα. Επιμένετε ε? Καλά λοιπόν. Πάρτε το.: Αφού τις τέχνες έπιασα κι έγινα στιχουργός, μπορεί και να μου ταίριαζε να γίνω..

Ηθοποιός. Νταξ. Ευχαριστημένοι? Έγινε λοιπόν κι αυτό. Μουγκός ρόλος βέβαια, γιατί γυρίζαμε βίντεο κλιπ κι έπρεπε να παίζει τραγούδι. Αλλά δεν με πείραξε. Κι ο Τσάρλι Τσάπλιν άλλωστε έτσι δεν ξεκίνησε? Τι να πω για αυτή μου την εμπειρία, όλα καλά. Λίγο ζορίστηκα στο ξύπνημα, λίγο τρέξιμο πήγαινε έλα με τα αμάξια και τα τραμ, λίγο ντύσιμο γδύσιμο αλλά η παρέα ήταν σούπερ, η διάθεση στα ύψη και τελικά τα αποτελέσματα με δικαίωσαν. Δεν το ποστάρω γιατί πρέπει να κρατήσω χαμηλό προφίλ. Εδώ μπορείτε να μουτζώσετε. Και με τα πολλά φτάσαμε στο τέλος. Είπα λοιπόν να δοκιμάσω να γίνω και...

Αρθρογράφος. Κέντα. Το τελευταίο επάγγελμα που εξασκώ. Δεν ξέρω το πως, τι, που, και γιατί, ξέρω ότι αν διαβάζετε αυτό το κείμενο θα έχει εγκριθεί στο Kiss My Grass το οποίο κατά έναν μαζοχιστικό τρόπο ενδιαφέρεται για τις μπαρούφες που γράφω. Και για να διατηρήσουμε και τους τύπους και τους κανόνες είπαμε ότι ένα επάγγελμα θεωρείτε ότι το εξάσκησες αν πληρώθηκες από αυτό. Λοιπόν κύρια Αρχισυντάκτισσα μου, θα ήθελα 150 ευρώ για αυτό το κείμενο. Ορίστε? Δεν σας άκουσα? Να περάσω απ το γραφείο σας. Χμ. Δεν μου ακούστηκε καλό.  Εεεμ. Τι να πω. Ναι δεν πειράζει. Ας το αφήσουμε για αργότερα. Η αν θέλετε μπορείτε, να με πλερώσετε σε ποτά. Στους τρόπους πληρωμής ήμουν πάντα ανοιχτός. Ορθάνοιχτος θα έλεγα...


Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΕΛΛΗΝΑΣ. Η ΜΑΛΛΟΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΩ


Η ταυτότης μου που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται, γράφει Έλληνας ιθαγενής. Εεεμ ιθαγένεια Ελληνική εννοούσα. Άλλα εδώ που τα λέμε, την εποχή αυτή, δεν απέχει και πολύ το ένα από το άλλο. Μάλλον καλύτερα θα έλεγα ότι το πρώτο υπερισχύει του δεύτερου...

Εγεννήθην λοιπόν στον ευλογημένο τούτο τόπο, εν καιρώ ειρηνικό. Πολύ κωλοφαρδία αν αναλογιστούμε, ότι ολόκληρη σχεδόν η Ελληνική ιστορία, είναι γεμάτη από πολέμους. Γεμάτη από πολέμους λέγω, γιατί μας φθονούσαν και μας την πέφτανε εξαπανέκαθεν, όλοι αυτοί οι κακοί και άθλιοι Περσογερμανότουρκοι.

Μας φθονούσαν βεβαίως βεβαίως, γιατί είχαμε τις πιο ωραίες παραλίες, τα πιο νόστιμα φαγιά, τις πιο ωραίες γκόμενες και γενικώς γαμούσαμε και δέρναμε στο ρελαντί.

Αλλά προσέξτε περικαλώ, δεν είμασταν μοναχοφάηδες. Όχι. Θέλαμε να μοιραστούμε όλον αυτό τον πολιτισμό και στους υπόλοιπους μαλακοπίτουρες, των γύρω περιοχών. Όπου οι γύρω περιοχές ήταν, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και η Ινδία.

Και η Ινδία λέγω και μην απορείτε καθόλου, γιατί αν αναλογιστούμε ότι μπουκάραμε στην Τουρκία που ήταν γύρω περιοχή, μετά η Συρία ήταν δίπλα, άρα κι αυτή ήταν γύρω περιοχή. Μετά και το Ιράν ήταν γύρω περιοχή και πάει λέγοντας.

Κι έτσι φτάσαμε εκεί κάτω στους Ινδιάνους, που κλαιν μάιν, δεν φτουράγανε τίποτα από πολιτισμό και είπαμε να φανούμε μεγαλόκαρδοι και να τους ανοίξουμε τα μάτια.

Έτσι που λέτε τους εκπολιτίσαμε κανονικότατα και Μακεδονικότατα και τους μάθαμε τι εστί μπουγάτσα. Και η απόδειξη είναι, ότι μετά από όλον αυτό το συνουσιασμό που υπέστησαν, πήγαν κι έγραψαν το Κάμα Σούτρα. Το πιάσατε; Η αιτία ήμασταν εμείς το λοιπόν κι αν αυτό δεν είναι αναμετάδοση του πολιτισμού, τότε τι είναι μη χέσω.

Έτσι που λέτε. Με τα πολλά όμως η ομάδα έκανε κοιλιά πότε πότε και σε περιόδους ντεφορμαρίσματος, μας την πέφτανε διάφοροι άλλοι εκπολιτιστές, που και καλά είχαν κι αυτοί το δικό τους τεράστιο πρόγραμμα πολιτισμού και θέλανε με το ζόρι να μας το επιβάλλουν. Τι μαλάκες.

Και πρώτοι πρώτοι οι Πέρσες. Ήρθαν να μας κάνουν μαγκιές, ποιούς εμάς, που κάναμε πόλεμο για μια γκόμενα 10 χρόνια. Ρε πάτε καλά; Έχετε κάψει φλάντζα; Κατεβάζετε ομάδα να παίξετε μπάλα με μας, που σε ματς προετοιμασίας, κατεβάζουμε dream team με Αχιλλέα, Οδυσσέα και δεν συμμαζεύεται? Τροία θα φάτε. Όπως κι έγινε που λέτε αγαπητοί. Τα άρπαξαν τα γκολάκια απ τον Μέσι της εποχής, τον Μεγαλέξανδρο.

Σειρά είχαν οι Ρωμαίοι που 'ρθαν κι αυτοί να δοκιμάσουν την τύχη τους στο Κάμπ Νόου. Oh No. Ήταν βλαμμένα τα παιδάκια. Χάρηκαν που λέτε για λίγο, κάναν κι αυτοί τα πολιτιστικά show τους με παρτούζες, κράσους, σταφύλια και μονομάχους στις αρένες. Το σκόρ έγραψε: Λιοντάρια - Χριστιανοί 7-0. Μετά όμως ήρθε η θεία δίκη και ρούφηξαν με τη σειρά τους το μπαλάκι τους Βυζαντινά και Αεκτζίδικα. Πήραν τον Δικέφαλον πούλον που λέμε.

Και μετά από αυτή την πανωλεθρία των μακαρονάδων, προτελευταίοι στην ουρά, ήταν οι Τούρκοι. Μεγάλοι εκπολιτιστές και τα μπάτζανακ. Αυτοί ήρθαν να μας μάθουν μαγειρική. Ρε. Που πα ρε Μαμαλάκη Τούρκε. Μα μαλάκες είστε. Συγκρίνεται ρε το να φτιάχνεις κεμπάμπ, με το να κόβεις μαρμαροκολώνες τη μία πίσω απ την άλλη και μάλιστα ολόιδιες. Αν είσαστε μάγκες ρε φτιάχτε κι εσείς έστω 2 κεμπάμπ ολόιδια να σας παραδεχτώ. Άλλα ούτε αυτό δεν μπορείτε. Αει σιχτίρ.

Τέλος πάντων που λέτε δεν μπορούσαν τα παλικάρια. Ούτε αυτοί, ούτε και οι τελευταίοι οι Φον Μπήχτεν οι Γερμανομαλάκες, που φανταστείτε δύο τελικούς σε Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξαν κι αρπάξαν από 3 τεμάχια. Αλλά αυτοί, εν αντιθέσει με τους υπολοίπους μυαλό δεν έβαλαν.

Και τώρα κάνουν την τρίτη και φαρμακερή προσπάθεια τους. Τώρα το πάνε μέσω Λαμίας και θέλουν να το πάρουν το ματσάκι χωρίς όπλα και παπαριές. Μας χτυπάνε στον ανεφοδιασμό. Θέλουν να λιμοκτονήσουμε και να ρθουν εδώ κύριοι.

Εμείς όμως ένα έχουμε τους πούμε. Ένα για να το εμπεδώσουν καλά: Ρε δε μασάμε. Κυριολεκτικώς σίγουρα, αλλά και μεταφορικώς. Κι αν θέλετε, τολμήσετε να κατηφορίσετε προς τα δώ. Ξέρετε τι θα σας πούμε ε; ''Ρε καλώς τα παιδιά. Καλώς τα 3-0.''...

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΑ..ΜΟΥΝΙ ΚΑΤ ΟΙΚΟΝ



Που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται η ζωή είναι όπως η μόδα. Κι αυτή κάνει κύκλους. Με βάση το γνωμικό αυτό λοιπόν κι η δική μου ζωή έκανε τον κύκλο της. Στον εργασιακό τομέα...

Προ αμνημονεύτων ετών λοιπό,ν η πρώτη δουλειά που είχα κάνει ποτέ ήταν η διανομή εντύπων. Μιλάμε για πολύ βαρετή μαλακία. Σκάσαμε τουτέστιν, με το φίλο μου τον Αλέξανδρο, σε μια πιτσαρία στην Καλλιθέα. Εγώ καβάλα σε μια 900ρα Kawasaki κι αυτός με το αμάξι του να μοιράσουμε φυλλάδια. Νταξ. Πως δεν κατεβήκαμε από λιμουζίνα...

Ο τύπος με το που βλέπει το σκηνικό, μας έκοψε ότι ήμασταν για τα πανηγύρια, αλλά οκ, είπε να μας δοκιμάσει. Την πρώτη μέρα όλα καλά. Ξεποδάριασμα φούλ συν μπινελίκια από γριές στα κουδούνια, αλλά τσιμπήσαμε ένα χαρτζιλίκι για καφέ και τσιγάρα. Not bad για 2 ώρες. Την επόμενη μέρα όμως, αρχίσαμε τις καφρίλες και πετάξαμε τα μισά έντυπα σ ένα κάδο. Το αφεντικό γατόνι, μας έδωσε πούλο με συνοπτικές. Πως το κατάλαβε? Απλό. Είχε λιγότερα τηλέφωνα για παραγγελίες, στις οδούς που μοιράσαμε. Ρε πούστη κι είχαμε σπάσει το κεφάλι μας τότε, ποιος καριόλης μας κάρφωσε. Δεν πειράζει. Εμπειρία. Που έμελλε να χρειαστεί... 

Και να που λετε χρειάστηκε. Στους δύσκολους αυτούς καιρούς η μοίρα μου χε γράψει να το επαναλάβω. Και ετσι ο κύκλος που λέγαμε έγινε φαύλος και εξαναγκαστικά ξαναγύρισα στην αφετηρία. Ποτάνα Μονόπολη.

Ε πήγα που λέτε. Βασικά για delivery πήγα να σας πω την αλήθεια αλλά ένεκα που το μαγαζάκιον ήταν στα σπάργανα και παραγγελίαι πολλαί δεν παίζουσιν, ε πως να περάσει η ώρα και να βοηθήσω την επιχείρηση, πήρα τα εντυπάκια και βγήκα στο κατόπι να θυμηθώ τα παλιά. Για 2-3 μέρες...

Κι έτσι με το γυαλάκι στο κεφάλι και τα διαφημιστικά ανα χείρας, ξεκίνησα να μοιράζω φυλλάδια, μονάχος στην πόλη βαθιά πικραμένος με σκοπό και ελπίδα καμιά.
Μονάχους μονάχους λοιπόν και σιγούλια σιγούλια, άφηνα δειλά δειλα, πόρτα πόρτα, τα εντυπάκια κάτω από εισόδους πολυκατοικιών, πάνω σε παρμπρίζ αυτοκινήτων και γενικά όπου υπήρχαν οι προϋποθέσεις κάποιος να διαβάσει αυτό το ρημαδόχαρτο.


Εντάξει να μην είμαι και ξινίλας, ήλιο είχε, βολτίτσα έκανα, με τους περαστικούς μίλαγα, λεφτάκια θα παιρνα, όλα καλά. 

Αυτό που με χάλασε και θα σας το εκμυστηρευτώ εδώ λοιπόν είναι το πολεμικό κλίμα που αντιμετώπισα στις πολυκατοικίες. Γενικότερα το ξερα ότι δεν ανοίγουν πόρτες και να σας πω ότι εγώ, δεν χτύπαγα κουδούνια. Που να μπλέκεις με την κάθε γριά στο κουδούνι. Αλλά αυτό ήταν η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη ήταν οι ανακοινώσεις που έβλεπα αναρτημένες και κολλημένες στα τζάμια σε κάποιες από τις εισόδους. Για πάρτε μάτι...



Ναι και εκτός αυτών ξέχασαν να βάλουν ότι αν τολμήσω και πατήσω το χαλάκι της εισόδου, θα με στήσουν στον ακάλυπτο και θα με γαζώσουν με Καλάσνικωφ. Μετά θα μου κόψουν και τα δύο πόδια από το γόνατο, θα με πασαλείψουν με λίπος αρσενικού γουρουνιού και πούπουλα αγριόχηνας και θα με σύρουν μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στο τέλος θα μου βάλουν φωτιά και γύρω μου θα χορεύουν τσάμικο οι γριές του πρώτου σφιχταγκαλιασμένες με τους πλούσιους του ρετιρέ βαστώντας παραμάσχαλα, τις σνομπ γάτες τους παρέα με τα κομπλεξικά τους τσιουαουα.
Μιάουα. Τι μαλάκες. 

Θα μου πείτε εδώ βέβαια κάποιοι από σας: Ρε φίλε εδώ η Αθήνα έχει γίνει ζούγκλα να ουμ και μεις θα ανοίγουμε την πόρτα στον κάθε τυχαίο? Πας καλά. Φοβόμαστε. Χμ ναι σωστά. Αλλά να σου πω κάτι κύριε παπάρα. Μην ανοίξεις. Το να απειλείς με μήνυση πάει πιο μακρυά. Και να σε πληροφορήσω ότι αν σου ανοίξει κάποιος ένοικος ούτε μήνυση μπορείς να κάνεις ούτε τίποτα. Μάθε πρώτα τους νόμους και μετά γράψε ανακοίνωση. Παπαρίδη.

Επίσης επειδή καταλαβαίνω την αγωνία σου να σε πληροφορήσω ότι αν ήμουν ληστής μάλλον θα περίμενα λιγάκι να έρθει κάποιος ένοικος να μπω κι εγω από πίσω παρά να χτυπάω κουδούνια. Και μέρα μεσημέρι. Επίσης η καθαρίστρια της πολυκατοικίας σου αφήνει κάθε Τρίτη και Σάββατο την πόρτα ορθάνοιχτη 3 ώρες. Βάλτο λίγο να δουλέψει πριν το παίξεις Αυτοκράτορας του Βυζαντίου.


Επίσης δεν είναι λίγο αλληγορικό από τη μια να απειλείς με μήνυση αυτόν που σου αφήνει το προσπέκτους και το βράδυ να παραγγείλεις από αυτόν που απειλείς? Ε για πες μου τώρα. Πόσο μαλάκας είσαι?

Τες πα αυτό που κατάλαβα είναι ότι οι αγαπητοί μου συμπολίτες το αποφασίζομεν και διατάσσομεν το χουν στο αίμα τους. Και μετά αναρωτιώμαστε γιατί μερικά κόμματα έχουν υψηλά ποσοστά. Γράφουν λοιπόν ''Απαγορεύεται Αυστηρά''. Τρισμέγιστη μαλακία. Λες και υπάρχει κλίμακα απαγόρευσης, που ξεκινά απ το ''Απαγορεύεται με επιείκεια'' μετά πάει στο ''Απαγορεύεται μέτριος με γάλα'' έπειτα στο ''Απαγορεύεται αυστηρά'' και καταλήγει στο ''Απαγορεύεται αλλιώς θα σας γαμήσω το σπίτι''. Πανέξυπνο. Να σου πω κάτι φίλε μεγαλοιδιοκτήτη. Βάλε ένα ''Παρακαλώ'' αντί για ''Απαγορεύεται'' και θα εκπλαγείς από τα αποτελέσματα.



Αλλά έτσι είναι. Σε ένα σχεδόν μηδαμινό κίνδυνο, μετατρέπεις σε απειλή τον διανομέα και τον μικροπωλητή, γιατί σε κάνει να αισθάνεσαι σπουδαίος που μπορείς και απαγορεύεις. Επειδή στο δικό σου μικρόκοσμο και στη δικιά σου τη δουλίτσα σου απαγορεύουν κάθε μέρα πολύ σημαντικότερα πράγματα, θες κι εσύ να ξεκαυλώσεις και να απαγορεύσεις σε κάποιον άλλο. Αλλά ψιτ σου χω νέα. Θα ρθει κι σειρά σου που θα το κάνεις το επάγγελμα έτσι όπως πάει. Δεν στο εύχομαι, αλλά μόνο τότε θα καταλάβεις.

Και για επίλογο παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα από πραγματικό περιστατικό. Τα λέμε...

Γυρίσαμε.
Τους αφήνω σπίτι, και πάω να παρκάρω.
Επιστρέφω.

Η ταμπέλα έξω από την πολυκατοικία
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΕ ΠΛΑΣΙΕ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ ΦΥΛΛΑΔΙΩΝ

Μπαίνω και προχωράω προς το ασανσέρ.
Μια γυναίκα, γύρω στα 50, κακοντυμένη, με μια στοίβα φυλλάδια από φαγάδικο.
Την κοίταξα αδιάφορα, όπως κοιτάς πολλές φορές έναν ξένο

-Θα με μαλώσετε..;
Νόμιζα ότι παράκουσα.
-Ορίστε;
-Θα με μαλώσετε...; Σας παρακαλώ, μη με μαλώσετε, έχω δυο παιδάκια..

Σάστισα. Δεν είπα τίποτα.
Καταλαβαίνω το θέμα της ασφάλειας.
Και καταλαβαίνω ότι κάποιοι μοιράζουν διαφημιστικά,για ένα κομμάτι ψωμί...
Τι να διαλέξω?



Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΝΑΣ ΑΓΓΛΟΣ ΕΝΑΣ ΓΑΛΛΟΣ ΚΙ ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ



Το ξέρω. Είμαι απαράδεκτος. Ντρέπομαι που το λέω αλλά μόλις πριν δυό μέρες εδέησα να επισκεφθώ το Μουσείο της Ακρόπολης. Τες πα ποτέ δεν είναι αργά. Έχω να σας πω εντυπώσεις, Για ακούστε...

Μπαίνοντας στο μουσείο της Ακρόπολης λοιπόν, σου φαίνεται σχεδόν απίστευτο πως οι σύγχρονοι κυβερνητικοί τραμπάκουλες κατάφεραν και έφτιαξαν κάτι τέτοιο. Στα συν τους αυτό έστω κι αν οι μισοί υπάλληλοι είναι Καλαματιανά φιλαράκια του Σαμ.

Είναι απίστευτο το δέος που αισθάνεσαι ερχόμενος σε πρώτη επαφή με τα εκθέματα. Σχεδόν νιώθεις ότι τριγυρίζουν γύρω σου οι αρχαίοι πρόγονοί μας ντυμένοι με χιτώνια. Το δέος κορυφώνεται όταν φτάνεις στον τρίτο όροφο όπου βρίσκονται τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Η ατμόσφαιρα είναι ως επι το πλείστον μυσταγωγική, όπου σχεδόν ντρέπεσαι να βγάλεις κουβέντα και όλοι μιλούν ψιθυριστά (εκτός απ τη Μαρίνα βέβαια..:Ρ)

Και να μην μπορείς να κρίνεις καλλιτεχνικώς αυτά που βλέπεις, μόνο από το μέγεθός τους καταλαβαίνεις ότι είναι σχεδόν απίστευτη η δουλειά που έκαναν κάποιοι πρόγονοί μας, πρίν 2500 χρόνια.

Μπροστά σε αυτό το μεγαλείο που θα το χαρακτήριζα σχεδόν θρησκευτικό, σου έρχεται στο μυαλό ότι κομμάτια αυτού του αριστουργήματος λωποδυτικά και ετσιθελικά βρίσκονται στο Βρετανικό μουσείο. Οι ξεδοντιάρηδες θεωρούν με το να συνεχίζουν να τα κατέχουν θα μπορούν να έχουν λίγη από τη λάμψη του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού.

Α ρε μαλάκες. Για κανα Μπέκαμ είστε και πολύ σας είναι. Προσωπικά αν ήμουν Άγγλος (φτου φτου) θα ένιωθα τεράστια ντροπή να μπω στο μουσείο και να δω να λείπει η μια Καρυάτιδα απ τις 6 και τα κομμάτια του αετώματος. Θα ένιωθα σαν να έκλεψα δυό κομμάτια από ένα τεράστιο αριστουργηματικό παζλ του γείτονα και τα κορνίζαρα στον τοίχο του σπιτιού μου. Μιλάμε για τέτοιο μέγεθος μαλακίας.

Το ίδιο βέβαια έχουν κάνει και οι απλυτομάσχαλοι γείτονες Γάλλοι, πιο ''πολιτισμένα'' βέβαια με την Αφροδίτη της Μήλου και τη Νίκη της Σαμοθράκης, όπου τα έχουν ως πιο σημαντικά εκθέματα στο μουσείο του Λούγκρου. Ελπίζουμε αυτά να τα πλένουν τουλάστιχον.

Και για να κλείσω, η γενική είσοδος για όλους ξένους και Έλληνες είναι 5 ευρώ τη στιγμή που οι Γερμανοί για το μουσείο Λουκάνικου (!) σε χρεώνουν 14 και τα σιχάματα οι Εβραιο Ολλανδοί σε χρεώνουν 17 για να δείς αντίγραφα του Βαν Γκογκ καθώς και συλλογές δονητών. Αν υπολογίσουμε την αντιστοιχία θα πρεπε να δίνουν τουλάχιστον 1000 το κεφάλι και λίγα λέω.

Αυτά που λέτε. Όσοι δεν έχετε πάει σας προτείνω ανεπιφύλακτα να πάτε. Και γρήγορα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να πουλήσει αύριο η κυβέρνηση. Εμπρός μαρς.

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΛΩΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ. ΚΑΛΩΣ ΤΑ 3-0


Η ταυτότης μου που λέτε αγαπητοί μου αναγνώσται, γράφει Έλληνας ιθαγενής.
Εεεμ...ιθαγένεια Ελληνική, εννοούσα.
Άλλα εδώ που τα λέμε, την εποχή αυτή, δεν απέχει και πολύ το ένα από το άλλο.
Μάλλον, καλύτερα, θα έλεγα ότι το πρώτο υπερισχύει του δεύτερου.

Εγεννήθην λοιπόν, στον ευλογημένο τούτο τόπο, εν καιρώ ειρηνικό.
Πολύ κωλοφαρδία, αν αναλογιστούμε ότι ολόκληρη σχεδόν η Ελληνική ιστορία, είναι γεμάτη από πολέμους.
Γεμάτη από πολέμους λέγω, γιατί μας φθονούσαν και μας την πέφτανε εξαπανέκαθεν, όλοι αυτοί οι κακοί και άθλιοι Περσογερμανότουρκοι.

Μας φθονούσαν βεβαίως-βεβαίως, γιατί είχαμε τις πιο ωραίες παραλίες, τα πιο νόστιμα φαγιά, τις πιο ωραίες γκόμενες και γενικώς γαμούσαμε και δέρναμε στο ρελαντί.
Αλλά προσέξτε περικαλώ, δεν είμασταν μοναχοφάηδες. Όχι.
Θέλαμε να μοιραστούμε όλον αυτό τον πολιτισμό και στους υπόλοιπους μαλακοπίτουρες, των γύρω περιοχών.
Όπου οι γύρω περιοχές ήταν, η Τουρκία, η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν και η Ινδία. 

Και η Ινδία λέγω και μην απορείτε καθόλου, γιατί αν αναλογιστούμε ότι μπουκάραμε στην Τουρκία που ήταν γύρω περιοχή, μετά η Συρία ήταν δίπλα, άρα κι αυτή ήταν γύρω περιοχή.
Μετά και το Ιράν ήταν γύρω περιοχή και πάει λέγοντας.
Κι έτσι φτάσαμε εκεί κάτω στους Ινδιάνους, που κλάιν μάιν, δεν φτουράγανε τίποτα από πολιτισμό και είπαμε να φανούμε μεγαλόκαρδοι και να τους ανοίξουμε τα μάτια.

Έτσι που λέτε τους εκπολιτίσαμε κανονικότατα και Μακεδονικότατα και τους μάθαμε τι εστί μπουγάτσα.
Και η απόδειξη είναι, ότι μετά από όλον αυτό το συνουσιασμό που υπέστησαν, πήγαν κι έγραψαν το Κάμα Σούτρα.
Το πιάσατε;
Η αιτία ήμασταν εμείς το λοιπόν κι αν αυτό δεν είναι αναμετάδοση του πολιτισμού, τότε τι είναι, μη χέσω.

Έτσι που λέτε.
Με τα πολλά όμως, η ομάδα έκανε κοιλιά πότε-πότε και σε περιόδους ντεφορμαρίσματος, μας την πέφτανε διάφοροι άλλοι εκπολιτιστές, που και καλά είχαν κι αυτοί το δικό τους τεράστιο πρόγραμμα πολιτισμού και θέλανε με το ζόρι να μας το επιβάλλουν. Τι μαλάκες.

Και πρώτοι-πρώτοι οι Πέρσες.
Ήρθαν να μας κάνουν μαγκιές, ποιούς εμάς, που κάναμε πόλεμο για μια γκόμενα, 10 χρόνια.
Ρε πάτε καλά; Έχετε κάψει φλάντζα;
Κατεβάζετε ομάδα να παίξετε μπάλα με μας, που σε ματς προετοιμασίας, κατεβάζουμε dream team με Αχιλλέα, Οδυσσέα και δεν συμμαζεύεται;
Τροία θα φάτε!
Όπως κι έγινε που λέτε, αγαπητοί. Τα άρπαξαν τα γκολάκια απ' τον Μέσι της εποχής, τον Μεγαλέξανδρο.

Σειρά είχαν οι Ρωμαίοι, που 'ρθαν κι αυτοί να δοκιμάσουν την τύχη τους στο Καμπ Νόου. Oh, No.
Ήταν βλαμμένα τα παιδάκια.
Χάρηκαν για λίγο, κάναν κι αυτοί τα πολιτιστικά show τους με παρτούζες, κράσους, σταφύλια και μονομάχους στις αρένες.
Το σκορ έγραψε: Λιοντάρια-Χριστιανοί 7-0.
Μετά όμως ήρθε η θεία δίκη και ρούφηξαν με τη σειρά τους το μπαλάκι τους Βυζαντινά και Αεκτζίδικα.
Πήραν τον Δικέφαλον πούλον, που λέμε.

Και μετά από αυτή την πανωλεθρία των μακαρονάδων, προτελευταίοι στην ουρά, ήταν οι Τούρκοι.
Μεγάλοι εκπολιτιστές και τα μπάτζανακ. Αυτοί ήρθαν να μας μάθουν μαγειρική.
Ρε. Πού πα ρε Μαμαλάκη Τούρκε; Μα μαλάκες είστε.
Συγκρίνεται ρε, το να φτιάχνεις κεμπάμπ, με το να κόβεις μαρμαροκολώνες τη μία πίσω απ' την άλλη και μάλιστα ολόιδιες;
Αν είσαστε μάγκες ρε, φτιάχτε κι εσείς έστω δυό κεμπάμπ ολόιδια, να σας παραδεχτώ.
Άλλα ούτε αυτό δεν μπορείτε. Αει σιχτίρ. 

Τέλος πάντων που λέτε, δεν μπορούσαν τα παλικάρια.
Ούτε αυτοί, ούτε και οι τελευταίοι οι Φον Μπήχτεν οι Γερμανομαλάκες, που φανταστείτε, δύο τελικούς σε Παγκόσμιο Πόλεμο έπαιξαν κι αρπάξαν από τρία τεμάχια.
Αλλά αυτοί, εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους, μυαλό δεν έβαλαν. 

Και τώρα κάνουν την τρίτη και φαρμακερή προσπάθειά τους.
Τώρα το πάνε μέσω Λαμίας και θέλουν να το πάρουν το ματσάκι χωρίς όπλα και παπαριές.
Μας χτυπάνε στον ανεφοδιασμό. Θέλουν να λιμοκτονήσουμε και να 'ρθουν εδώ κύριοι.
Εμείς όμως, ένα έχουμε τους πούμε.
Ένα για να το εμπεδώσουν καλά: Ρε, δε μασάμε! Κυριολεκτικώς σίγουρα, αλλά και μεταφορικώς.
Κι αν θέλετε, τολμήσετε να κατηφορίσετε προς τα δώ.
Ξέρετε τι θα σας πούμε ε; ''Ρε καλώς τα παιδιά. Καλώς τα 3-0''...

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

ΠΙΤΣΑΡΑΔΕΣ



Ντριιιν τελέφωνον. Το γνωστό 211 αλλά 9 το βράδυ. Μπα λέω τράπεζα δεν είναι θα το σηκώσω.
- Γεια σας, ο κ Λαμπρίδης?
- Μάλιστα.
- Από Pizza fun τηλεφωνούμε.
- Α. Γεια.
- Σας παίρνουμε να σας ρωτήσουμε αν ήταν όλα εντάξει με την εξυπηρέτησή σας.
- E? Μα δεν πήρα καμιά πίτσα εγώ
- Ναι εννοούμε από τις παλαιότερες παραγγελίες σας αν ήσασταν ευχαριστημένος
- Που να θυμάμαι καλέ μου άνθρωπε έχω να φάω 2,5 μήνες πίτσα
- Δηλαδή τη νέα μας πίτσα με γέμιση chedar στη ζύμη δεν την έχετε δοκιμάσει?
- Όχι δεν είχα την τιμή.
- Ε τότε να σας στείλουμε μία κερασμένη. Θέλετε?
- Χα. Κέντα. Το συζητάς? Και βέβαια θέλω. Κερνάς και τις Κόκα κόλες?
- Εμ όχι.
- Μια σύνδεση Nova τουλάχιστον θα μου κάνεις?
- Ορίστε?
- Τίποτα. Λέω πότε θα τη στείλεις
- Όποτε θέλετε
- Α ωραία. Δε με παίρνεις αύριο που χει την Εθνική να το οργανώσω?
- Πάρτε μας εσείς. Η προσφορά ισχύει για 30 μέρες.
- Τι λες τώρα. Είστε πολύ μπροστά ρε παιδιά. Τα συγχαρητήριά μου στο μάρκετινγκ να πεις και να επεκτείνετε και στις Κοκα κόλες την προσφορά να μην τη φάμε ξεροσφύρι.
- Χεχε. Εντάξει κύριε Λαμπρίδη. Σας ευχαριστούμε.
- Τι λες φίλε μου. Εγώ σ ευχαριστώ. Να σαι καλά.
Γλανγκ. Κλείνει το τελέφωνον.
Συμπέρασμα: Έφτασε που λέτε κι ο καιρός που οι πιτσαρίες σε προλαβαίνουν και παίρνουν αυτές πριν καν σκεφτείς να παραγγείλεις. Και όχι μόνο αυτό, σου κερνάνε και την πίτσα. I Love Crisis....

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΨΟΥΡΑ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ


Κι είσαι που λες σε μια σχέση κι έχεις περάσει από όλα αυτά τα ωραία στάδια του έρωτα. Καψουρεύτηκες, είσαι ερωτευμένος, την αγαπάς, περνάτε ωραία και τα λοιπά και τα λοιπά. Έλα όμως που δυστυχώς, όλα τα όμορφα έχουν κι ένα τέλος. Και φτάνεις με τα πολλά στο στάδιο που όλα τα ροζ σου συννεφάκια γίνονται γκρίζα. Και ότι φαντάστηκες στην αρχή ότι θα συνεχιστεί κι ότι είναι ίσως ο έρωτας της ζωής σου με τη σιγουριά σου να πετάει στα σύννεφα, τελικά βρίσκεται να κάνει μπάνιο μες την αμφιβολία.

Και λες, εντάξει. Δε γαμιέται. Ας πλατσουρίσω εδώ και λιγάκι. Αλλά έλα που εκεί που κάνεις τις απλωτές σου νιώθεις να βυθίζεσαι. Και τι να κάνεις τώρα. Πως θα σωθείς; Δυστυχώς αγαπητοί φίλοι και φίλες όλοι έχουμε φτάσει σε τοιαύτην δυσάρεστον κατάστασιν. Την ώρα που θα πρέπει να ειπωθεί το τελευταίο αντίο. Και που δυστυχώς, ω ναι πρέπει να το πείς εσύ.

Πολλά σκυλοκαψουροτράγουδα έχουν ειπωθεί για τον χωρισμό. Για το χωρισμό λέγω, που προσέξτε όμως, η λεπτομέρεια είναι, ότι την γαλότσα την έχεις φάει εσύ από τον άλλο. Χωρίς να το θέλεις. Ποτάνα κενωνία άδικη. Και δώστου πόνος και δώστου Haig και δώστου κλάμα.

Συνεπαρμένοι όλοι μας, απ τον τόσο πόνο όμως, έχουμε ξεχάσει ότι υπάρχει και το αντίπαλο δέος. Κι αυτό είναι το συναίσθημα που έχεις εσύ όταν χωρίζεις τον άλλο. Ίσως λιγότερο έντονος, αλλά δεν παύει να ναι πόνος. Ας πιάσουμε κι αυτόν λοιπόν τον τομέα, γιατί ο άλλος μετά τον Πλούταρχο, τον Καρρά και τελευταία τον Παντελίδη νομίζω ότι εξαντλήθηκε.

Έστω λοιπόν ότι βρίσκεσαι στην κατάσταση που θες να χωρίσεις. Τι κάνεις. Η επεξήγηση του θέματος επιβάλλει να διαχωρίσουμε κατ αρχήν τρείς συναισθηματικές κατηγορίες. Οι οποίες είναι:

Κατηγορία νούμερο ούνο: Μαλακοπίτουρας.
Είναι η περίπτωση του είμαι βασικά κάφρος. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το θέμα, είχα σχέση απλά για το πήδημα και ο δικός μου ή η δικιά μου νόμισε ότι είχαμε σχέση. Γενικότερα είμαι ένας άπονος σκατομαλάκας, που δείχνει την άγουσα για τα αποδυτήρια έτσι απλά και χωρίς δισταγμό, στον κακόμοιρο παίχτη που μόλις έκανε το ντεμπούτο του. Νταξει. Εδώ τι να πω. Αυτοί είναι και συνήθως οι τύποι που πληρώνονται με το ίδιο νόμισμα, αφού νεαρά φροντίζει να τους φερθεί το ίδιο σκατά η οποία της είχε φερθεί άλλος πιο πρίν σκατά και τα λοιπά και τα λοιπά. Ο κύκλος της ζωής που λέμε. Τα σπασμένα βέβαια τα πληρώνουν κι άλλοι που δεν φταίνε και που τυχαίνει να πέσουν στο διάβα του. Χωρίζει με μήνυμα ανορθόγραφο, η εξαφανίζεται μια ωραία πρωία.

Κατηγορία νούμερο ντουέ: Αγγελό-πούλος.
Είναι η κατηγορία του μετέωρου βήματος του πελαργού. Μούχλα γενικότερα κι από σένα και απ τον άλλο. Ναι ίσως κάποτε να αγαπιόσαστε, αλλά η ρουτίνα, το στρες, η κρίση, η στύση, η Βίσση και δεν ξέρω τι άλλο, σας έφερε σε κατάσταση που κοιτάτε ο ένας τον άλλο, με το ίδιο ενδιαφέρον που θα είχε να βλέπεις μπογιά να στεγνώνει στον τοίχο. Εδώ τα πράγματα είναι πιο απλά και πιο πρακτικά. Χωρίς συναισθηματισμούς και άλλα αλμυρά, ο συναινετικός χωρισμός είναι γεγονός και απλώς βρίσκεσθε εις αναμονήν του ποιός από τους δύο θα ξυπνήσει μια μέρα και θα πει στον άλλο, ''ωχ εδώ είσαι συ ρε, σε ξέχασα. Δε χωρίζουμε μωρέ να πάει στο διάολο;''. Καλή περίπτωση, χωρίς συναισθηματικά κόστη, με θετικό ότι παίζει και καβατζοκατάσταση για αργότερα, λόγω του φιλικού κλίματος. Χωρίζει συνήθως απ το Facebook η και τετ α τετ

Περίπτωση νάμπερ θρε: Κλαψομουνίδης
Τη γουστάρεις ακόμα ναι. Κι αυτή σε γουστάρει. Αλλά δυστυχώς, γνώρισες κάποια που γουστάρεις περισσότερο. Κάνεις απέλπιδες προσπάθειες να αποφύγεις τον πειρασμό, όμως τελικά ενδίδεις. Και τι να κάνεις τώρα που σαι και καλό παιδί και δεν θες να το παίζεις σε οχτακόσια ταμπλό. Ε τι, αυτό που είπαμε. Χωρίζεις. Εδώ είναι και η πιο δύσκολη των περιπτωσουά. Πως ρε άπονε να της φέρεις ετούτονε τον ταμπλά στο κεφάλι; Τι παπαριά να σκεφτείς να πεις που να κάνεις τα πράγματα πιο ευκολοχώνευτα; Μαλακίες αγαπητέ. Τίποτα δεν πιάνει. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Αφού την πήρες την απόφαση λοιπόν, σωστή η λάθος, καν το όσο πιο γρήγορα γίνεται, να γλιτώσεις κι εσύ κι ο άλλος μια ώρα αρχύτερα, από όλη αυτή την ψυχοφθόρα κατάστασιν. Χωρίζει συνήθως με γράμμα, συνοδευόμενο από λουλούδια.

Αυτές κατά βάσιν είναι οι περιπτώσεις που σας έλεγα. Αλλά δεν φτάνει μόνο να σας πω αυτό. Πρέπει να σας αναφέρω και το πως θα το πεις. Ε πως να το πεις με σήματα καπνού? Πρέπει να μιλήσεις. Με ποιον τρόπο θα βγάλεις από το στόμα σου τη λέξη αντίο. Για να δούμε μερικές περιπτώσεις που προαναφέραμε.

1) Τες α τετ. Στα ίσια που λέμε. Ε νταξ. Σιγά το νέο. Πας βγαίνεις ένα ραντεβού, λες εκεί τα διάφορα που σε απασχολούν η μη, βάζεις μπόλικες σάλτσες προσπαθώντας να κάνεις τη χυλόπιτα πιο εύγευστη. Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο φίλε μου. Ότι και να κάνεις, το ότι ο άλλος σε ακούει να τον απορρίπτεις, δεν χωνεύεται ούτε με δύο βυτία σόδα. Οι αντιδράσεις του θα είναι φυσιολογικές, από το σου πετάξει στα μούτρα το Τζιν τόνικ, μέχρι να μην μιλήσει καθόλου και απλά να σε αφήσει να δεις στα μάτια του ότι αισθάνεται. Αυτό το τελευταίο είναι και το χειρότερο απ όλα. Καλύτερα να σε πυροβολούσε. Δεν παύει να είναι όμως και ο πιο ντόμπρος τρόπος αντιμετώπισης.

2α) Από το τηλέφωνο. Ε ναι. Απόσταση ασφαλείας. Μην σου χαλάσει και το καλό σου το πουκαμισάκι, αν η δικιά σου είναι νευρική, η αν είσαι κορίτσι, μη φας καμιά ξανάστροφη αν τα χες με ημισφίχτη και μετρήσεις δόντια. Τα αποτελέσματα είναι τα ίδια πάνω κάτω. Συνήθως λόγω απόστασης, είσαι και λίγο πιο επιθετικός-η αλλά θα πεις αυτά που χεις να πεις, χωρίς να χτυπηθείς συναισθηματικώς και από τα δύο στοιχεία μαζί. Της ακοής και της οράσεως. Ολίγον κοτίστικο, αλλά σε μερικές περιπτώσεις που έχεις κάνει μαλακία ολκής και δεν έχεις μούτρα, συνίσταται.

2β) Από το τηλέφωνο, αλλά με μήνυμα. Ε νταξ. Λίγο χλιμιτζουρεϊκο και πολύ κοτοπουλίστικο, εκτός και αν συντρέχουν άλλοι λόγοι. Εδώ δεν χρησιμοποιείτε ούτε η ακοή, ούτε η όραση παρά μόνο η ανάγνωση. Τουλάχιστον αν είσαι καλός στην ορθογραφία είναι ένα συν.

3α) Γράμμα. Πσσς κουλτούρα φάση. Πάει προς την τρίτη περίπτωση συναισθηματισμού, όπου ο νεαρός από ντροπή σε συνδυασμό με ολίγην δειλία και αρκετή ενοχή, αποφασίζει να αποφύγει τη σκόπελο της κατ ιδίαν συναντήσεως η της ακουστικής οδού κι αποφασίζει να κλείσει το όλο θέμα με ρομαντισμό, ακριβώς όπως το είχε αρχίσει. Καλό ακούγεται, αλλά το άσχημο είναι ότι ξέρεις και το ρητό verba volant scripta manent. Τα λόγια πετιούνται τα γραπτά μένουν. Και αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου σε περίπτωση επαναπατρισμού.

3β) Μήνυμα στο Facebook. Να τα μααας. Ηλεκτρονική χυλόπιτα. Το ζήσαμε κι αυτό. Γυρίζεις σπίτι, σκέφτεσαι, γράφεις, άμα γουστάρεις διορθώνεις, send και την άλλη μέρα τρως ένα διαδικτυακό μπινελίκι και remove from friends. Οκ. Απλά και καθαρά. Το χω κάνει κι εγώ. Το πιο δύσκολο σημείο είναι όταν σέρνεις το mouse, να κλικάρεις πάνω στο send. Είναι λες και έχουν περάσει τρεις χιλιετίες. Περιλαμβάνεις όλες τις συνέπειες της προηγούμενης εκδοχής, με θετικό μόνο το ότι μπορείς να διορθώνεις χωρίς μουτζούρες. Αυτά.

Εντάξει δεν θα σας αναλύσω την περίπτωση που βάζαμε τους φίλους μας να πούν να χωρίσετε, γιατί αυτό το κάναμε στο δημοτικό.

Πάνω κάτω που λέτε αυτά έχουν υποπέσει στην αντίληψή μου και έχω ζήσει σε αρκετές περιπτώσεις είτε ως θύτης είτε ως θύμα. Το συμπέρασμα πάντως είναι ένα και το αυτό. Ότι και να γίνει όπως και να το σερβίρεις ή να στο σερβίρει το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Χωρισμός προ των πυλών. Αλλά μη μου στεναχωριέστε. Όλα σε αυτήν την ζωή για κάποιο λόγο γίνονται. Κι αν πείσεις τον εαυτό σου ότι γίνονται για καλό, τότε είναι πολύ πιθανόν το σύμπαν να συνωμοτήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Στο χέρι σου είναι.

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

ΟΤΑΝ ΠΗΓΑΙΝΑΜΕ ΜΑΖΙ ΣΧΟΛΕΙΟ



Μετά λοιπόν από αρκετά χρόνια στο κουρμπέτι, αποφάσισα ότι ήρθε η ώρα να κάνω τον απολογισμό μου στο θέμα, ασθενές φύλο.

Ο ορισμός ''ασθενές φύλο'' να πω εδώ ότι είναι διφορούμενος, γιατί έκτος της γνωστής έννοιας που το ορίζει σαν ευαίσθητο, υπάρχει και δεύτερος, που προσδιορίζει τον υπαίτιο για αυτή την ασθένεια. Ποιά ασθένεια εννοώ?  Μα τον έρωτα φυσικά.

Τέλος πάντων, ο απολογισμός που σας έλεγα, δεν μπορώ να πω ότι είναι ολοκληρωμένος, γιατί δεν έχω δοκιμάσει ακόμα το σταθμό που λέγεται γάμος. Δόξα τον ύψιστο, στάθηκα τυχερός. Και αφού γλίτωσα και μπορώ να γράφω πια απελευθερωμένος, χωρίς τον φόβο της παντόφλας, είπα ας ξαναθυμηθώ τι εσυνέβη.

Που λέτε το ενδιαφέρον μου για τα κορίτσια ξεκίνησε εκεί γύρω στην ηλικία των 5. Απ' ότι θυμάμαι βέβαια. Ήταν η ηλικία που όλα τα αγοράκια είχαμε την απορία, γιατί τα τσουτσούνια μας φουσκώνουν το πρωί και ποια αυτή η χρησιμότης. Θα μάθαινα αργότερα. Ο έρωτας λοιπόν που λέτε, με χτύπησε πρώτη φορά κεραυνοβόλα εκεί. Στο νηπιαγωγείο.

Τι ωραίο και πρωτόλειο συναίσθημα, να ερωτεύεσαι για πρώτη φορά στη ζωή σου. Σου ρχεται ρε παιδί μου πως να το πω, σαν την περίοδο στα κορίτσια. Ξυπνάς μια μέρα και ωωωωωπ, θρίλερ. Έτσι και με τον έρωτα. Ξυπνάς μια μέρα και ωωωπ, να τονε ο αγγελόφτερος να πεταρίζει πάνω απ το κεφάλι σου και να σου ρίχνει βελάκια. Και σένα δεν σου χει ξανατύχει. Και λες, μα τι γίνεται τώρα γαμώτη μου. Εμένα με ένοιαζαν μέχρι τώρα, μόνο τα παγωτά και ο Ολυμπιακός, τι μου συμβαίνει; Τι να συμβαίνει φίλε μου. Γαμησέ τα. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

Που λέτε στο νηπιαγωγείο, το πρώτο βέλος το φαγα από μια κοπέλα που τη λέγαν Ναταλία. Δεν ξέρω για ποιο λόγο το παθα αυτό. Ούτε η πιο όμορφη ήταν, ούτε μιλάγαμε, αλλά το αγγελάκι που λέγαμε, αυτό αποφάσισε. Και μου την κάρφωσε στο δόξα πατρί. Μετά κατάλαβα, ότι μου έκανε ένα πρώτο κρας τεστ. Το θέμα αυτό δεν κράτησε και πολύ και ούτε τόλμησα βέβαια να πω η να κάνω τίποτα. Πέρασε στο ντούκου.

Το κυρίως κεραυνοβόλημα τό παθα 2 χρόνια μετά με τη Δήμητρα. Η Δήμητρα ήταν το αστέρι του σχολείου. Μας έριχνε δυό κεφάλια ολωνών. Αφού να φανταστείτε, σε ηλικία 2ας δημοτικού, ήταν στο ίδιο ύψος με το δάσκαλο. Άλογο. Το παράλογο ήταν, ότι είχα την ελπίδα ότι θα την έριχνα. Τι να ριχνα, που μόνο με woki toki θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Τες πα βολεύτηκα με το να την ερωτευτώ. Έτσι απλά και χωρίς υστεροβουλία.

Και τότε, τόλμησα να το εξομολογηθώ στη μαμά μου. Δηλαδή δεν το εξομολογήθηκα. Με ρώτησε: Παναή, κορίτσι έχεις; Δηλαδή μου κανε την κλασική ερώτηση, που κάνουν οι γονείς για να τεστάρουν αν το παλικάρι τους, βγήκε αδερφή ή όχι. Και εγώ απάντησα: Nαι. Τη Δήμητρα. Δεν είχε βέβαια καμία σημασία, ότι αυτή δεν ήξερε καν ότι με ενδιαφέρει.

Αυτό μου άρεσε σ αυτήν την ηλικία. Άπαξ και γούσταρες γκόμενα, ήταν και δική σου. Τέλος. Κι ας μην συμφωνούσε αυτή. Α ρε τι ωραία χρόνια. Ούτε χυλόπιτες ούτε τίποτα. Όλος ο κόσμος έμοιαζε υπέροχος γιατί μπορούσες να τον πλάσεις στο κεφάλι σου όπως εσύ ήθελες.

Που λέτε η Δήμητρα απλησίαστο και λόγω ύψους. Που πας ρε Καραμήτρο, αναρωτήθηκα αργότερα.  Όμως τότε δεν με ένοιαζε η ανταπόκριση που είχα απ το θέμα που με απασχολούσε, όπως προανέφερα. Εμείς ήμασταν ερωτευμένοι, τελεία και καύλα. Και περνούσαν οι μήνες κι έμενα εκεί. Με την φαντασίωση μου παρέα. Ώσπου στο τέλος της χρονιάς, το σχολείο διοργάνωσε εκδρομή μονοήμερη στο Δήλεσι.

Τότε που λέτε, είχα την ατυχή συγκυρία να χω σπάσει για πρώτη φορά το χέρι μου. Το δεξί, το καλό. Ο κουλός εραστής. Αλλά τι να κάνω, να χανα την εκδρομή; Πήγα. Τέλος πάντων ωραία ήταν και στην επιστροφή καθόμουν γαλαρία, όπου είχα κάτσει μόνος μου ήσυχα να παίξω ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι σαν τα σημερινά Νintento, αλλά σε Νεάντερταλ version, που λεγόταν, ''Tα πουλιά''. Εγώ δηλαδή το χα βγάλει έτσι, γιατί ήταν κάτι πουλάκια που έριχναν αυγά απ τον ουρανό κι εσύ έπρεπε να προλάβεις να τα μαζέψεις.

Εκεί που έπαιζα λοιπόν το πουλάκι μου, εεεμ το ηλεκτρονικό εννοώ, να σου απ το βάθος του διαδρόμου, να πλησιάζει σαν οπτασία. Ποιά; Αυτή με τα ροζ κοκαλάκια. Η Δήμητρα. Ήρθε και έκατσε δίπλα μου, να δεί πως το παίζω. Το ηλεκτρονικό. Τα παμε. Εγώ τι να πω. Πήγα να πάθω εγκεφαλικό στην ηλικία των 7. Μούδιασα ολόκληρος κι από το παιδικό μου κορμί, περνούσαν ρίγη νηπιοκαψούρας, κάθε μισό χιλιοστό του δευτερολέπτου. Όταν δε άγγιξε και το μπράτσο της στον ώμο μου, εκεί κόντεψα να μείνω.

- Και για πες, τι προσπαθείς να κάνεις σ αυτό το παιχνίδι τελικά Πάνο;
- Εεεε ναα Δήμητρα, εεε τα πουλάκια εδώ, εεε πετάνε αυγά και μετά εεε εγώ πρέπει να τα πιάσω, εεε όχι τα πουλιά, τα αυγά και ύστερα να πατήσω αυτό το πουλί, εεε δηλαδή το κουμπί για να μαζέψω όσα περισσότερα αυγά γίνεται και μετά να τρέξω πίσω στα κουμπιά, εεε δηλαδή στα πουλιά και να προλάβω μην ρίξουν τα χόρτα πάνω στα αυγά εεε δηλαδή τα αυγά πάνω στο χορτάρι. Αυτό. Τίποτα άλλο.

Αυγάματα. Έγινα ο αντιπρόεδρος του Εδεσσαικού. http://www.youtube.com/watch?v=YPa88zWlVJM. Έχασα τα αυγά και τα πασχάλια που λένε. Καθόταν δίπλα μου και μου μιλούσε. Oh god. Και με άγγιξε. Πάει. Πήρα δουλειά για το σπίτι. Μα τι λέω, τι λέω τι λέω, τι πικρές σκέψεις κάνω και κλαίω. Ποιό σπίτι. Τότε ήταν ακόμα νωρίς. Δεν ξέραμε καν τι να κάνουμε με το τυρογαριδάκι που χαμε ανάμεσα στα πόδια μας. Και κατά συνέπεια, δεν μπορούσαμε και να ξεδώσουμε. Περιοριζόμασταν απλά να ταξιδεύουμε πάνω στο ροζ συννεφάκι μας, παίζοντας το πουλάκι μας σε ηλεκτρονικές version.

Μετά από αυτή την ιστορία και προς το τέλος του Δημοτικού, ξεψάρωσα ολίγον τι. Και είπα να βάλω μπροστά τα μεγάλα μέσα. Και προχώρησα στις πράξεις, αφήνοντας πίσω τα λόγια. Όταν τελείωνε το σχολείο λοιπόν, είχα σταμπάρει γειτόνισσα συνομήλικη σε απέναντι μπαλκόνι, την Ιωάννα. Η Ιωάννα ήταν η πρώτη ξανθιά που μου άρεσε. Μεγάλε μου. Δεν ήξερες δεν ρώταγες. Με εντυπωσίασαν όμως τα χρυσαφένια μαλλιά της. Ήταν κάτι που δεν το βλεπες εύκολα στο Δημοτικό, γιατί ως γνωστών στα οκτώ σου χρόνια δύσκολα πείθεις τη μαμά σου να σου περάσει το EO υπερξανθό της Garnier. Αργότερα εντάξει. Τα βαψε κι η κουτσή Ιωάννα.

Το Ιωάννα λοιπόν, κάτι είχε πάρει γραμμή και μόλις σχολάγαμε, στεκόταν αυτάρεσκα στο μπαλκονάκι της, ως άλλη Ιουλιέτα και περίμενε τον Ρωμαίο να περάσει από κάτω. Ο κοντός Ρωμαίος, πέρναγε που λέτε από κάτω και με κίνδυνο της ζωής του, έκοβε λουλούδια απ τους γύρω κήπους και της τα πέταγε στο μπαλκόνι. Αυτή χαιρόταν βέβαια, έστελνε αέρινα φιλάκια, αλλά από τηγανίτα τίποτα. Κι έτσι αυτός ο Πλατωνικός έρωτας, συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος του σχολείου, με τον Καγκουρωμάιο, να πυροβολεί άσκοπα με άνθη, το μπαλκόνι της Ιουλιέτας.

Κι η ιστορία λαμβάνει τέλος κάπου εδώ. Ελπίζω να παρατηρήσατε μέσα από αυτές τις επι προσωπικού εμπειρίες, το πόσο αγνές, ευγενικές και πάνω απ όλα ανιδιοτελείς ήταν οι προθέσεις μας. Κι αυτό γιατί ακόμα σκεφτόμασταν με το πάνω κεφάλι. Ο μπήχτης μέσα μας ξύπνησε αργότερα. Όταν τα πράγματα άλλαξαν άρδην και το κάτω κεφάλι μπήκε στο παιχνίδι. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία που θα σας την περιγράψω στις αμέσως επόμενες μέρες. Θα σας πω για τότε που άρχισαν τα πραγματικά γυμνάσια. Στο Γυμνάσιο.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΝΑΙ


Η ζωή λένε, είναι μόνο στιγμές και τίποτε άλλο.

Ναι είναι. Και το καλοκαίρι είναι η εποχή που έχει τις ωραιότερες. Τις ωραιότερες και τις πιο έντονες.

Δυστυχώς όμως όλα τα όμορφα κάποτε έχουν ένα τέλος. Έτσι κι αυτό το καλοκαίρι. Σιγά σιγά τελειώνει. 
Οι στιγμές του όμως, θα μείνουν ανεξίτηλες μέσα στο μυαλό και την καρδιά. 
Μέσα από εικόνες, σημάδια, ήχους, αρώματα και συναισθήματα. 
Για τον καθένα από μας ίσως να 'ναι και διαφορετικά. Η γεύση που αφήνουν όμως είναι ίδια. Γλυκιά και αξέχαστη. 
Που θα μας κάνει να περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο.

Γιατί μας αρέσουν οι γλυκιές γεύσεις. 
Γιατί μας αρέσουν οι όμορφες στιγμές. 
Γιατί μας αρέσουν τα χαμόγελα. 
Και το καλοκαίρι είναι όλα αυτά.

Το καλοκαίρι είναι...

Το χαμόγελο που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο σου, όταν κρατάς στο χέρι σου τα εισιτήρια του πλοίου.
Να σε πάρει ο ύπνος στο κατάστρωμα μέσα σε sleeping bag, ενώ το αεράκι σου χαϊδεύει το πρόσωπο.
Η πρώτη ρουφηξιά του καφέ το πρωί στο πλοίο, ενώ βλέπεις το νησί να πλησιάζει μπροστά σου.
Η ανυπομονησία που σε πιάνει στη διαδρομή από το λιμάνι, μέχρι στο σπίτι στο χωριό.
Να βρεις τη γιαγιά σου να σε περιμένει στο κατώφλι.
Η πρώτη πατημασιά στην άμμο της παραλίας.
Να χει ποτίσει με αρμύρα το δέρμα σου.
Η πρώτη γουλιά ούζο στην ταβέρνα.
Να σε βρει ο ήλιος μεθυσμένο το πρωί, πάνω σε μια ξαπλώστρα.
Να σε πονάνε τα πόδια σου από το περπάτημα στα βότσαλα.
Το άρωμα από τα νυχτολούλουδα.
Η μυρωδιά του αντηλιακού στο δέρμα σου.
Να ρίξεις πετονιά από ένα βραχάκι και να χαζεύεις το πέλαγο. 
Να γυρίσεις από τη θάλασσα και να γεμίσεις με άμμο το πάτωμα.
Να μαζέψεις άσπρα βότσαλα στην παραλία.
Να σε βρει το ξημέρωμα στην ακρογιαλιά, ακούγοντας μόνο μια κιθάρα και το κύμα.
Τα άσπρα σημάδια στο σώμα σου απ το μαγιό.
Τα ζεστά φιλιά.
Να κάτσεις σε ένα τραπέζι με φίλους που ξέρεις από παιδιά, να πιείτε ούζα.
Το κόκκινο ζουμί από τη ντομάτα στη χωριάτικη.
Να σε περιμένει κάθε απόγευμα μια γατούλα στην αυλή για να την ταΐσεις.
Να πιεις ένα δίσκο γεμάτο σφηνάκια τεκίλα με τους φίλους σου.
Να γυρίσεις σπίτι πάνω σ' ένα μηχανάκι τρικάβαλο.
Να ξαπλώσεις σε ένα μπαλκονάκι το βράδυ και να σε πάρει ο ύπνος μετρώντας τα αστέρια.
Να βουτήξεις στη θάλασσα, ενώ έχεις γίνει μούσκεμα παίζοντας ρακέτες.
Να βρεις την ταβέρνα που φτιάχνει τους καλύτερους κεφτέδες.
Να φας μια βάρκα καρπούζι με το κουτάλι.
Να κάνεις μπουγάδα μέσα σε μια λεκάνη στο χέρι.
Να γίνεις μούσκεμα πάνω σε μια βάρκα, ενώ προσπαθείς να πιάσεις καλαμάρια.
Να γεμίσουν καπνό τα ρούχα σου, καθώς ανάβεις φωτιά στην παραλία.
Η μυρωδιά από το φιδάκι για τα κουνούπια.
Να σκεπάζεσαι το βράδυ με τα σεντόνια snoopy που είχες από μικρός.
Να σε πιάσει μια ακατανίκητη επιθυμία να ερωτευθείς.
Οι αληθινές αγκαλιές.
Μια γρατζουνιά στο πόδι σου από ένα βραχάκι στη θάλασσα.
Να μην ξέρεις τι μέρα είναι και να μη σε νοιάζει κιόλας.
Να περπατήσεις ξυπόλητος στους δρόμους του χωριού.
Τα γεμιστά της γιαγιάς. 
Να κόψεις φρέσκια ρίγανη απ το δρόμο.
Να σε πάρει ο ύπνος το μεσημέρι κάτω από ένα δέντρο, ακούγοντας μόνο τα τζιτζίκια.
Να παίξεις μπουγέλο με μπύρες ένα ζεστό βράδυ στην παραλία.
Να σου κολλήσει στο μυαλό ένα τραγούδι, που να σου θυμίζει το συγκεκριμένο καλοκαίρι για πάντα.
Ένα χαζό βραχιολάκι που αγόρασες και θα το φοράς μέχρι να λιώσει στο χέρι σου.
Να βρεις ένα άσπρο κοχύλι στο κύμα.
Να μαζέψεις σύκα ένα μεσημέρι από το δέντρο του γείτονα.
Να γυρίσεις ένα απόγευμα όλη την παραλία με ένα ποδήλατο.
Να σου στάξει ένας λεκές από παγωτό στο μπλουζάκι σου.
Να αγοράσεις ζεστό ψωμί στις 4 το πρωί από το φούρνο του χωριού.
Να σε βρει ερωτευμένο η πανσέληνος του Αυγούστου.
Να χαζεύεις με νοσταλγία, το κύμα που αφήνει πίσω του το πλοίο στην επιστροφή.
Να γυρίσεις στο σπίτι σου στην πόλη και να έχεις ακόμα άμμο στα παπούτσια.
Να νιώσεις τόσο γεμάτος ώστε να μπορείς να αντέξεις αμέτρητους χειμώνες.
Καλοκαίρι είναι η ζωή σε μια κουταλιά....

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΟΤΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ''ΠΟΝΤΙΚΙ''

 
Έχω μια φίλη που λέτε, την Ισμήνη, η οποία με την τεχνολογία κάτι παθαίνει. Της λες για υπολογιστή βγάζει σπυράκια. Smart phones; Θεός φυλάξει. Facebook; Μου χε πει ότι αν ξαναπώ αυτή τη λέξη θα με πυροβολήσει.

Ε προσπάθησα μερικές φορές με το καλό, να της εξηγήσω τα οφέλη που έχει η τεχνολογία.

- Ρε συ Ισμήνη της λέω, η μουσική σ αρέσει;
- Μ αρέσει, μου λέει.
- Τα βιβλία σ αρέσουν;
- Μ αρέσουν, μου λέει.
- Να μιλάς με κόσμο, να διαβάζεις ειδήσεις, να ανακαλύπτεις νέα πράγματα σ αρέσει;
- Μ αρέσει, μου λέει.
- Ε τι στον πούτσο δεν σ αρέσει ρε Ισμήνη, σε αυτό τον γαμημένο τον υπολογιστή, πες μου! Όλα αυτά που σ αρέσουν, τα χει μέσα.
- Δεν ξέρω ρε Πάνο, μου λέει. Δεν το χω με τους υπολογιστές.
- Δεν το χεις ε; Ρε συ μπας και φοβάσαι το ποντίκι; Μην φοβάσαι βρε κουτό, ψεύτικο είναι...

Έτσι που λέτε η Ισμήνη. Σμήνη φοβιών έρχονται και την βομβαρδίζουν, κάθε φορά που βλέπει οθόνη. Αλλά να σας πω τι έχει; Δεν είναι οι υπολογιστές. Ούτε τα τηλέφωνα. Ούτε τίποτα. Tεχνοφοβία έχει το μανάρι μου.  

Τι ειν τούτο θα μου πείτε. Να σας πω. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος το λοιπόν εξαπανέκαθεν, δεν κατάφερε ποτέ να βγάλει την συντηρητικίλα από πάνω του. Τα παλαιά τα χρόνια, αν ήσουν συγγραφέας και τολμούσες να γράψεις με πένα, όταν όλοι έγραφαν με φτερό χήνας, θα σε ξεπουπουλιάζαν. Το ίδιο θα πάθαινε αργότερα κι αυτός που αγόρασε γραφομηχανή και πέταξε την πένα. Και για να μην μακρηγορώ, τα ίδια Παντελάκη μου και στον καημένο που έκλεισε σ ένα συρτάρι τη γραφομηχανή και αποπειράθηκε να γράψει σε υπολογιστή. Απεταξάμην. 

Κι εγώ ο αντίχριστος σε υπολογιστή γράφω. Μπροστά σε μια 24ιντση Samsung με ασύρματο πληκτρολόγιο ο ποταπός. Στην κόλαση θα πάω το ξέρω. Αλλά γουστάρω. Γιατί; Είναι πολύ απλό. Δεν κάνω μουτζούρες.
Και να πω και μια μαγική λέξη; Backup. Δεν θα τα χάσω ποτέ μου. 

Η Ισμήνη το ξέρω, θα επικαλεστεί τον συγγραφικό οίστρο, που θα την πιάσει μόνο όταν βλέπει το ηλιοβασίλεμα, ακούγοντας το απαλό κυματάκι να χαϊδεύει γλυκά τα φιλντισένια βότσαλα. Ω ναι. Τους αχινούς να προσέχει μόνο. 

Τες πα. Γουστάρει να γράφει σε χαρτί; Μαζί της. Όπως τη βρίσκει ο καθένας. Όμως ας πάμε σ άλλο θέμα. Eπικοινωνία. Ακόμα θυμάμαι το ύφος που είχε, όταν πρωτοπήρα κινητό. Η συνάντηση με τον εξορκιστή. Με τα χίλια ζόρια την έπεισα να πάρει ένα μετά από 8 χρόνια, που αν δεν το χρειαζόταν στη δουλειά , δεν θα χε πάρει ακόμα. Μάλλον με σήματα καπνού θα μιλούσαμε.

Την έχω παρατηρήσει επίσης, κάποιες φορές που μόλις ακούει οτιδήποτε για επαφή εκτός του τετ α τετ, αναφωνεί: ''Απαπα. Αυτό αποξενώνει τον κόσμο''. Ω αλήθεια; Να σε ρωτήσω ρε συ Ισμήνη. Πριν κινητών, υπολογιστών κλπ κλπ μίλαγες περισσότερο με τους φίλους σου; Με τα ξαδέρφια σου στο χωριό; Με τη θεία σου στην Αμερική; Μήπως είχες περισσότερους φίλους; Α όχι. Χέσε με Ισμήνη.

Ισμηνάκι μου, άκου, με πολύ αγάπη στα λέω. Όταν έρχεται η τεχνολογία με τα εργαλεία της δεν είναι ανάγκη να την φοβάσαι. Δεν είναι ο οδοντίατρος. Τα εργαλεία από μόνα τους είναι ουδέτερα. Η τεχνολογία θα στα δώσει κι εσύ είσαι αυτή που διαλέγεις τον τρόπο που θα τα χρησιμοποιήσεις. Όταν τα μάτια σου έχουν γίνει σα πεπόνια στον υπολογιστή και όταν το αυτί σου έχει καεί στο κινητό δεν φταίνε αυτά τα γαμημένα σε τίποτα. Εσύ φταις που έχεις πέσει με τα μούτρα.

Κοίτα, σε καταλαβαίνω. Μην το πάρεις στραβά. Κι εγώ τώρα που περάσαν τα χρόνια και βλέπω τους πιτσιρικάδες με tablets, να ακούνε Justin Βieber και να χώνονται μέσα στα Internet Cafe να παίξουν διαδικτυακό πόλεμο, μου ρχετε κάπως. Δεν είναι ανάγκη όμως να το αφορίσουμε. Κι εμάς οι μανάδες μας θυμάμαι όταν παίζαμε με το Atari και ακούγαμε Michael Jackson μας κοιτάζανε υποτιμητικά θεωρώντας ότι αυτοί ακούγοντας κλαρίνα, ξέραν να διασκεδάζουν καλύτερα. Οι εποχές όμως περνούν, κάθε γενιά έχει τα δικά της βιώματα. Καλύτερα, χειρότερα, τα έχει. Δεν μπορείς να τα κρίνεις γιατί δεν βρέθηκες στην ηλικία για να τα ζήσεις. Αντιμετώπισε΄τα με χαμόγελο λοιπόν και με περιέργεια. Και που ξέρεις. Ίσως κάτι απ όλα αυτά τελικά σου φανεί χρήσιμο... Έτσι Ισμηνάκι μου;

Υ.Γ. Αν δω πάντως γκόμενα με Iphοne, εμφυτευμένο στην παλάμη θέλω να τη χτυπήσω. Άσχετο αλλά ήθελα να στο πω...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...